Κυριακή, 19 Μάιος 2019 21:23

Τα κούλουμα στη Λάσση. Ένα έθιμο της Κεφαλονιάς από τον περασμένο αιώνα

Η Καθαρά Δευτέρα ανήκει θρησκευτικά στη Μεγάλη Σαρακοστή και κοινωνικά στο Καρναβάλι.

Και επειδή δεν είναι βολετό για λίγες ώρες να αποδιωχτούνε οι πειρασμοί της Αποκριάς, ούτε να εξορκιστούνε τα πνεύματα που τη διαφεντεύουν, ο Καλός Χριστιανός, μα και πρόθυμος γλεντζές, βρήκε μια έξυπνη λύση. Για να είναι εντάξει και με την ψυχή του και με το σώμα του.

Απόδιωξε από την παδέλα του όλα τα μαγαρισμένα εδέσματα, φορτώθηκε με ταραμάδες, κουκιά βρεχτάρια, χαλβά, κρεμμύδια, ρουμάνες και ελιές, γιόμισε και το μποτσόνι κρασί και χωρίς να ξεντυθεί το ντόμινο ή να βγάλει τη μπαρμπούτα, πολλές φορές μάλιστα δεν προλάβαινε ύστερα από το Κυριακάτικο ολονύκτιο γλέντι, κουβαλήθηκε από το πρωί στη Λάσση για να γιορτάσει στην εξοχή.


«Από πρωίας, διάφοροι όμιλοι διασκεδαστών μετέβαιναν με καλάθια πλήρη φαγητών και άφθονου οίνου εις φλασκιά και μπουκάλια και εγκαθιστάμενοι εις διάφορες της εξοχής εκείνης (της Λάσσης) θέσεις παραμείναντες μέχρι της εσπέρας.

Οι ανωτέρω όμιλοι, άλλοτε μεν χόρευαν διάφορους μουσικούς χορούς υπό τον ήχον μουσικών οργάνων, άλλοτε δε τραγούδαγαν ωραία άσματα έστω και πανάρχαιας εποχής! Η οδός από Πατέρνας μέχρι Καλαφάτη σχεδόν ήταν πλήρης κόσμου ανερχομένου εις πολλάς χιλιάδας...»(1)

Στις αρχές του περασμένου αιώνα και μέχρι τα τέλη του σχεδόν, κούλουμα γιορτάζονται και στο Δράπανο, με οικογενειακές συγκεντρώσεις και φαγοπότι.(2)

Ιστορικά λοιπόν είναι ασύγκριτα παλαιότερα και πιο αυθόρμητα από τα μεταγενέστερα «προγραμματισμένα Κομιτάτα». Είναι μάλιστα αξιοσημείωτη η ετοιμολογία της ορολεξίας που αποτολμά ο χρονικογράφος της τότε εποχής.

...«Οι πατέρες μας και οι μητέρες μας, με ελληνική αφέλεια και σπαρτιατική λιτότητα, επί της χλόης καθήμενοι γεύονταν το πρώτο της τεσσαρακοστής γεύμα, και εκ τούτου τα κούλουμα, εκ των κουλουμίων τα οποία κουλουμιαζόμενοι οι διάφορες ομάδες των οικείων και συγγενών απετέλουν...».(3)

Αυτά τα κούλουμα είχανε καθαρή μορφή γλεντιού στην ύπαιθρο. Φαίνεται όμως πως λίγο αργότερα το γιορταστικό φαγοπότι η ανώτερη τάξη το μετέβαλε σε επιδειχτικό περίπατο, «σε περιδιάβασιν». Και οι κυρίες της αριστοκρατίας πηγαίνανε στα κούλουμα ντυμένες φανταχτερά και εκουλουμιάζονταν οικογενειακώς «με όλα των τα μαλακόφια και τα ορσίνια των καλύμματα...».

Τούτο ήτανε μία εκτροπή από τα καθιερωμένα και τα πατροπαράδοτα. Και βέβαια αρκετά γελοία η άνεση των σαλονιών στον εξοχικό εκείνο χώρο.

...«Όμως ευρίσκεται πάντοτε η μεσαία και η έσχατη τάξις αίτινες πιστές εις τα πατροπαράδοτα κούλουμα μας, δίνουν αφορμή να είμεθα θεαταί τουλάχιστον, αν όχι μέτοχοι, της πατρίου εκείνης εποχής. Πόσον στωϊκώτεροι ή μάλλον ειπείν ευτυχέστεραι αί κλάσεις αύται γεύονται, πίνουν και χορεύουν ενώπιον της υψηλής μας αριστοκρατίας... των ξένων μας... και του ωραίου μας κόσμου...»(4)

Αργότερα, ο Αργοστολιώτης εγκατέλειψε τη διασκέδαση στο Δράπανο και πήρε τη συνήθεια την Καθαρά Δευτέρα να ανηφορίζει το Φαραώ. Και ο Λειβαθινός να κατεβαίνει, να λάβουν μέρος στην ιδιότυπη αυτή διασκέδαση, που συνταίριαζε το ύπαιθρο με την κοινωνικότητα, το χορό με το λογοπαίγνιο, την εκδρομή με το φαγοπότι.(5)

Μα όχι μονάχα ετούτοι... Γιατί και από τα Φραγκάτα και από τα Φαρακλάτα και τα Δειλινάτα όμιλοι και από τα Βαλσαμάτα ακόμα, μασκαρεμένοι σε συγκροτήματα και συγκροτημένες ομάδες και της Λακήθρας η μάσκαρα και από τα ρέστα Λειβαθινά χωριά διοργανωμένοι μασκοφόροι, ερχόντανε στο πάνεμο πλάτωμα της Λάσσης, να γλεντοκοπήσουν και να δείξουν τη χορευτική δεξιότητά τους.

Οι παρέες ήτανε συγκροτημένες, οι οικογενειακές εννοώ, από την αρχή του Καρναβαλιού. Αφού εξαντλήσανε όλο το διάστημα που βασίλευε ο Καρνάβαλος κάθε μέσο διασκέδασης και τώρα που οι ίδιοι τον είχανε ξελαμπαδίσει στην Πλατεία του Μέτελα, δε θέλανε να αποδιώξουνε τη χάρη της βασιλείας του... Σκληρή και αβάσταχτη η ασκητική!... Έτσι νεκροαναστημένο τον κουβαλήσανε στη Λάσση με όλη την ακολουθία του και με κέφι πιο μεγάλο, μια και η εξοχή ανοίγει και την όρεξη και τη διάθεση.

Εκτός όμως από τους φιλικούς οικογενειακούς ομίλους, υπήρχαν και οργανωμένοι. Και πρώτα εκείνοι που προέρχονταν μέσα από την πόλη. Από τα χοροδιδασκαλεία. Το είχαν σύστημα οι θαμώνες να συγκεντρώνουνε ένα ποσό, τσοντάροντας κάθε ένας το μερτικό του και τη Δευτέρα το πρωί να εξορμούνε με άμαξες τα πρώτα χρόνια και αργότερα με αυτοκίνητα στις γύρω εξοχές. Στο Κάστρο... στη Λακήθρα... στην Πεσσάδα... στις Μηνιές. Μα το απομεσήμερο και όλοι τούτοι οι γλεντοκόποι, ξαναμένοι από το κρασί, την ελευθερία της εξοχής, το χορό και την ανικανοποίητη επαφή του σερνικού με το θηλυκό, καταλήγανε στη Λάσση.

Πρέπει να μην ξεχαστούν και οι λαϊκοί κανταδόροι, που δίνανε στη γιορτή έναν τόνο ιδιαίτερο και ανάβανε το γλέντι με τις κωμικές εμφανίσεις τους και τα υπέροχα κάντα τους. Οι παλαιότεροι θυμούνται ακόμα το Γεράσιμο Αντύπα, το Μυλόρδο, που πρωτοστατούσε σε τέτοιες εκδηλώσεις. Η κομπανία του, ερασιτεχνική, φιλική συντροφιά, ήταν αρκετά μεγάλη. Σε φωνές ό,τι καλύτερο διέθετε το Αργοστόλι τα χρόνια εκείνα. Συντονισμένες και δεμένες μεταξύ τους αποτελούσαν το «κόρο» που χαιρότανε η Αργοστολιώτικη κοινωνία σε κάθε εκδήλωση χαράς.

Είχα την τύχη να βρω δημοσιευμένα τα ονόματά τους. Από χρέος στην παράδοση και μνημόσυνο σ' αυτούς που ανεβαίνανε στη Λάσση μασκαρεμένοι με τις τεράστιες μύτες για να ξεφαντώσουνε, τα παραδίδω στη μνήμη:

Γεράσιμος Αντύπας, Γεράσιμος Καλούρης, Σωκράτης Γαλιατσάτος, Ευάγγελος Μαρκάτος, Παν. Γκεντιλίνης, Παν. Ραυτόπυλος, Χρ. Μωραϊτης, Δημ. Βρυώνης, Κων. Μπρούσκος, Νικ. Μαλισιάνος, Γερ. Λάσκαρης, Μ. Παξεινόπουλος, Διον. Λάσκαρης, Γερ. Μουσούρης, Σπυρος Μαζαράκης, Σπύρος Ραζής ή Παλιάτσος, Ελευθ. Γιαννάτος, Γεωργ. Φωτεινάκης, Σπύρος Δενδρινός, Χαραλ. Ραυτόπουλος, Σπ. Μεταξάτος, Κων. Γιαννάτος, Διον. Απέργης, Σπ. Βουτσινάς.(6)

Από τα χωριά με τις μάσκαρες (συγκροτήματα απαιτήσεων με τα όργανά τους και τις στολές τους, τους αρχηγούς τους και την πειθαρχία τους), κάνανε την έμφανισή τους στα Κούλουμα και ολόκληρο πόπολο που τις συνόδευε αμασκάρευτο . Μα όχι για τούτο λιγότερο κεφάτο, από Φαρακλάτα, Βαλσαμάτα, Δειλινάτα...

«Δώδεκα φιούρες - οκτώ σκουμπούεροι - και τέσσαροι σπαθαντζήδες....». Αυτή ήταν η άρτια συγκρότηση μιας μάσκαρας κατά το λεκτικό γειτονικών χωριών.

Συνηθισμένα η εμφάνιση της Καθαράς Δευτέρας ήταν συμπλήρωμα της επίδειξης που γινότανε την Κυριακή της Τρυνής και το σχετικό βραβείο.

Φέτος οι λιμοκοντόροι με τους τρόπους τους ωραίους
εγίνηκε ρεζίλι από τους λιτρουβιαρέους...
Κι οι φιλόχορδες κυράδες που γυρίζουνε σα σβούρες
αμαυρώθηκαν κι εκείνες απ' τις δώδεκα φιούρες
και στα σώματά τους χάρις δεν εφαίνετο καμιά
όταν έβαλαν τους μπούστους Φαρακλέϊκα κορμιά...(7)

Για τούτες τις μάσκαρες πρέπει να σταθώ λίγο. Ήτανε όλοι τους πλουσιοντυμένοι. Βέβαια όλοι άνδρες. Και οι ντάμες, οι «φιούρες», ανάλογα μασκαρεμένοι να θηλυκίζουνε. Οι σερνικοί φουστανελοφόροι με κάτι τεράστιες περικεφαλαίες Κολοκοτρωνέικες. Σ' αυτή την περικεφαλαία και στους ιμάντες του στήθους ήτανε κρεμασμένο κάθε λογής χρυσαφικό, ανυπολόγιστης αξίας. Βραχιόλια, δαχτυλίδια, βέρες, ρολόγια χρυσά με διπλά καπάκια. Σε θαμπώνανε η ποσότητα και η ποικιλία. Κάθε τέτοιος μασκαρεμένος το είχε καμάρι να καταφέρει να ξεπεράσει σε χρυσό στολίδι κάθε προηγούμενό του ή διπλανό του. Έτσι, πολλοί από αυτούς φαντάζανε σαν κινούμενο εικονοστάσι, γεμάτο χρυσαφικό, που κουδούνιζε και λαμπύριζε κάτου από τον ήλιο.

Να ξέρουμε πως όλοι τούτοι οι λαϊκοί μασκοφόροι ήτανε φτωχοπαίδια της αγροτιάς, που από το χρυσαφικό που κρεμότανε επάνω τους, ζήτημα αν τους ανήκε τίποτα. Από μέρες όμως, από βδομάδες, είχανε φροντίσει να καταφύγουν σε εκείνους που τα είχανε, (αρχόντους και λαό), να τους τα εμπιστευτούνε για να κάμουνε «τη σπακάδα τους» και την εμφάνιση τους. Και δεν είναι παράξενο πως, ποτέ κανείς δεν αρνήθηκε μια τέτοια παραχώρηση και ποτέ δεν ακούστηκε να χαθεί ή να κλαπεί κανένα κόσμημα. Το μόνο περίεργο, πως αυτά τα παιδιά καταφέρνανε να διαχωρίσουνε στη μοιρασιά τους καθενός το κόσμημα και να το επιστρέψουνε στην ώρα του με τα «ευχαριστώ» τους!

Αργά τα βάνουν τα χωριά και με πομπή μεγάλη
στη χώρα κατεβαίνουνε οι Δειλινάδες πάλι.
Κι η ετοιμασία γίνεται της πρώτης ανωτέρα
για να έρθουνε στα Κούλουμα την Καθαρή Δευτέρα.
Και πράγματι μας ήρθανε με ευγένεια και τάξη,
χωσμένοι στο χρυσαφικό, χωσμένοι στο μετάξι.
Και τόσο τα κατάφεραν καλά οι Σατανάδες,
που δεν το επίστευε κανείς πως είναι Δειλινάδες.(8)

Αυτές οι μάσκαρες πιάνανε ένα πλάτωμα και με τα δικά τους μουσικά όργανα συνηθέστερα ή και με τη συνοδεία της μπάντας χορεύανε καντρίλιες, λαντσιέρες και το απαραίτητο γαϊτανάκι. Και στο γενικό χορό, τον ευρωπαϊκό, κρατούσανε το κέφι και δίνανε την αφορμή και στο αμασκάρευτο πόπολο να ξεσηκωθεί, να δώσει δυο στροφές βαλς ή δυο πηδήματα πόλκα.

Εκεί όμως που τους χαιρόσουνα ήτανε η δεξιοτεχνία τους στους τοπικούς χορούς και ιδιαίτερα στον Κεφαλονίτικο μπάλλο.

Ανάλαφροι σα ζαρκάδια, λαστικένιοι σαν ελατήρια, αεράτοι, με το τσαρούχι στα πόδια που τους έδινε και χάρη και σταθερότητα, αυτοσχεδιάζανε φιγούρες, φέρνανε γύρους, τινάζονταν στα ύψη, έσκυβαν στη γη, στριφογύριζαν σα σβούρες! Και όχι ο ένας και όχι δυο, όχι μετρημένοι. Όλο το συγκρότημα, όλες οι ομάδες, το ίδιο σίγουρα, το ίδιο πειθαρχημένα στις κινήσεις και σα σύνολα μα και την ίδια άνεση στους αυτοσχεδιασμούς σαν άτομα, όταν έπαιρναν τη θέση του κορυφαίου.

Έβλεπες στους βηματισμούς τους το χορό να αναβλύζει από τις αρχέγονες πηγές του, να γίνεται νόημα, να γίνεται ομιλία, να εξατομικεύεται και τον χαιρόσουν και σαν τέχνη και σαν δεξιοτεχνία.

Καθώς αυτοί οι μασκαρεμένοι όμιλοι, οι τέλειοι χορευτικά συγκροτημένοι, ήταν πολλές φορές πάνω από τέσσερις και πέντε, δημιουργούσαν άλλες τόσες εστίες κεφιού γύρω από τις οποίες συγκεντρώνονταν ο κόσμος αρχικά για να χαζέψει, στο τέλος όμως, παρατώντας τους δισταγμούς για να λάβει μέρος και να χαρεί και ο ίδιος.

Εκτός όμως από τα λαϊκά όργανα, πάνω στα Κούλουμα ανεβαίνανε και οι Μουσικές. Αρχικά, από όταν ανασυγκροτήθηκε σε σωματείο στα 1895 η Φιλαρμονική Σχολή και αργότερα η πάντα πρόθυμη μουσική της Σχολής των Απόρων, που εξελίχτηκε στα χρόνια μας στη «μικρή μουσική», μετά τη συγχώνευσή της με τη Φιλαρμονική Σχολή Λειβαθούς. Αυτό το δεύτερο όνομα της έμεινε χαρακτηριστικό και μετά τη συγχώνευση.

Αυτά τα δυο μουσικά συγκροτήματα, σαν μπάντες, γεμίζανε το χώρο με ήχους και κάνανε τους βράχους να αντιβοΐζουν και τα λαγκάδια να αντιλαλούν... Παίζανε πάντα αποκριάτικα τραγούδια και απαραίτητα τον «Καρνάβαλο». Και χορούς ελληνικούς και ευρωπαϊκούς που εχόρευε ο κόσμος ελεύθερα.

Η Φιλαρμονική όμως Σχολή δεν έμεινε συμμέτοχος για πολλά χρόνια στη γιορταστική εκδήλωση. Φαίνεται πως η διοίκησή της το θεωρούσε μειονεχτικό, τα χρόνια εκείνα να εμφανίζεται το μουσικό σώμα για να διασκεδάζει... ο λαός και από την εποχή του αποκλεισμού, που τα Κούλουμα ματαιώθηκαν τη χρονιά εκείνη, δεν ξαναπάτησε στη Λάσση την Καθαρή Δευτέρα.

«Εις τον συντάκτιν των ειδήσεων του προηγουμένου φύλλου, των αφορουσών την Φιλαρμονικήν Σχολήν και τα Κούλουμα της Λάσσης, γνωρίζομεν ότι αυτή διέκοψεν την εκείθε μετάβασιν της ουχί προ τριετίας αλλά από της εποχής του αποκλεισμού και τότε προέβαινε εις την διασκέδασιν ταύτην ουχί υποχρεωτικώς, αλλά αυτοπροαιρέτως. ’λλωστε δεν πρόκειται περί μπάντας αλλά περί Σχολής, η οποία δεν έχει καμία υποχρέωσιν...»(9)

Έμεινε όμως η «μικρή μουσική», που θέλεις επειδή η διοίκηση της ήταν λαϊκότερη, θέλεις επειδή οι εκτελεστές παίζανε για το κέφι τους και έτσι βρίσκονταν πιο κοντά στη λαϊκή διάθεση, δεν παρέλειπε να δώσει το παρόν σε κάθε εκδήλωση γιορταστική, σε κάθε ευκαιρία λαϊκού ξεφαντώματος.

Αρχίζοντας λοιπόν από το κονισματάκι και φτάνοντας κάτω, στον Καλαφάτη, στο Μακρύ Γιαλό, όλα τα διπλανά στο δρόμο λιοστάσια, είτε χωράφια που ήταν ξέφραγα και άχτιστα, γιατί η τουριστική αξιοποίηση και η έννοια της αξίας της ιδιοκτησίας στα μέρη εκείνα ήρθε πολύ αργότερα, μετά το σεισμό του '53, δεξιά - αριστερά, ήταν γιομάτα κόσμο.

Παρέες - παρέες, οικογένειες, ομάδες, ξαπλώνανε στη γη, χαιρόντανε τον ήλιο αν είχε καλοκαιριά, ανακατεύανε τα φερμένα φαγητά και ριχνόντανε στο φαγοπότι και στο τραγούδι. Δίπλα πάντα στην κάθε παρέα θα βρίσκεται μια κιθάρα. Όσο για φωνές, δεν είχες παρά να χτυπήσεις ένα ακόρντο για να τις δεις να μαζεύονται σαν τις πεταλούδες στο φως!...

Οι νεότεροι, σερνικοί - θηλυκοί, το ρίχνανε στο χορό. Και μετά στις βόλτες, πάνω - κάτω, στο δρόμο της Λάσσης, με τα πειράγματα και τα αστεία, απομεινάρια στίχων που είχανε έξυπνα συνταιριαστεί στους χορούς του Καρναβαλιού.

Κανείς δεν προσπαθούσε να προσποιηθεί. Και κανείς δεν έζωνε τον εαυτό του μέσα στην τάξη και την ευπρέπεια των τύπων. Γιατί και να το ήθελε δεν το κατάφερνε. Εκείνοι οι γύρω μασκαρεμένοι με τα παράξενα κοτιγιόν στα κεφάλια, που τα είχαμεν οικονομήσει από τα χορευτικά γλεντοκόπια, με τις τσέπες γεμάτες κομφετί, ήταν τα δαιμονικά της ημέρας. Σφύριζαν, τραγουδούσαν, πετούσαν κομφετί, κάνανε αστεία... Και αναγκάζανε πιο σοβαροφανή να προετοιμαστεί στο πνεύμα της μέρας.

Που μπορεί η θρησκεία να το επίτασε να προσβλέπει με ταπείνωση στη Γη, αλλά ετούτο φωλιασμένο μέσα σε ένα ατίθασο που λες μάλιστα έπαιρνε νέα δύναμη σαν το Ανταίο, με την επαφή της μάνας γης, προσπαθούσε να χαρεί τη Χαρά και να ζήσει τη Ζωή.

Ακόμα και αν ετύχαινε χρονιά δύστυχη ή χρονιά αναπαραδιάς, ακόμα και αν ο κόσμος δε μπορούσε να οικονομήσει τα μέσα για να εφοδιαστεί με τα φαγώσιμα που επιθυμούσε, γιατί η κρίση τον είχε χτυπήσει, δεν έκοψε το έθιμο.

Στην Λάσση κόσμος μπόλικος την Καθαρή Δευτέρα
για να αναπνεύσει βρε Μαρή τον καθαρό αέρα,
αλλά με τσέπη αδειανή και χέρια σταυρωμένα
διότι τα εδώδιμα έμειναν φυλαμένα...(10)

Είναι ίσως το μοναδικό έθιμο που δεν εξαφάνισε ούτε η κατοχή ούτε ο σεισμός... Μπορεί να το αναπροσάρμοσαν, αλλά δεν το κατάργησαν. Είναι όμως και το μόνο που σ' όλη τη διαδρομή του δε δέχτηκε παρεμβάσεις, ούτε προγραμματισμένες παρεμβολές. Έμεινε γνήσιο λαϊκό και για τούτο δυνατό και ζωντανό.

Έχω δυο περιστατικά που με πείθουν πως τα Κούλουμα ήταν κάτι περισσότερο από μια συνήθεια. Ήταν μια ανάγκη!...

Το ένα συνέβηκε στα 1900. Για κάποια αιτία (κακοκαιριά ή και υπόδειξη εκκλησιαστική, όπως τηρηθεί ο σεβασμός την πρώτη μέρα της Σαρακοστής), τα Κούλουμα δεν έγιναν στη μέρα τους. Την Καθαρή Δευτέρα δηλαδή. Ήταν όμως αδύνατο και να ματαιωθούνε!... Αναβληθήκανε για εφτά μέρες και, όπως προκύπτει, γιορταστήκανε με όχι λιγότερο κέφι, την πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής. Αυτή βέβαια η αναβολή «η άνομη» έβαλε σε πειρασμό τους θρησκόληπτους... Μα δεν βαριέσαι!... Τέτοια πάντα γίνονται!...

...Και θα του πω κι άλλα πολλά, περίεργα συμβάντα
πως άλλαξαν κι οι εποχές κι οι ώρες και τα πάντα
κι είδαμε και τα Κούλουμα της Καθαρής Δευτέρας
πρώτη φορά τελούμενα μετά επτά ημέρας.
Κι εκατηγόρησε πολύ την άνομη αναβολή,
παν ευγενές και άμωμον της εκκλησίας μέλος
κι εχόρευε στα κάρβουνα ο Σπύρος ο Τσιγκέλος
κι επήγαν στο Δεσπότη μας να παραπονεθούνε
εκείνοι που έχουν έθιμο στην Λάσση να μεθούνε...(11)

Είναι λίγο παράξενος ο Κεφαλονίτικος χαρακτήρας. Καμιά φορά δεν ξέρεις αν τα λόγια του και οι διαμαρτυρίες του είναι και οι προθέσεις του και ο σκοπός του ή είναι... μοναχά η σκοπιμότητα! Αφάνταστη ζάλη για τους ξένους που αποτολμούνε να κάμουνε μια τομή για να διερευνήσουνε το βάθος των ψυχικών του αντιδράσεων.

Για τούτο, όταν τουλάχιστον πρόκειται για ξεφάντωμα, εκείνες οι διαμαρτυρίες και η πολεμική που ξεσπούσαν καμιά φορά, πρέπει να γίνονται δεκτές με πολύ επιφύλαξη...

Δε μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτός ο Κεφαλλήν.
Εδεκεί που σου μιλάει με θυμόν και με χολήν
εναντίον του εθίμου που τον κόσμο μασκαρεύει
και στην τρέλα τον ωθεί
πας λιγάκι παρα κάτω και τον βρίσκεις που γυρεύει
ντόμινο για να ντυθεί...(12)

Το άλλο περιστατικό έγινε στο Ληξούρι, στα 1912. Οι Χαυδάδες, γειτονικό χωριό του Ληξουριού, κατεβαίνανε και γιορτάζανε το Καρναβάλι και τα Κούλουμα στην πόλη. Εκείνη όμως τη χρονιά δεν μπορέσανε να πάνε «στη μέρα τους». Αυτό όμως δεν τους στεναχώρησε... Ντυθήκανε μάσκαρα την... Νια Τρίτη, (Πάσχα έπεσε η 25 του Μάρτη), που βρήκανε... ευκαιρία και κατεβήκανε στο Ληξούρι κατά που το είχανε συνήθειο και γλεντοκοπήσανε!

Την Τρίτη άξαφνα άξαφνα
εικοσιτρείς Χαυδάδες
στη χώρα κατεβαίνουνε
ντυμένοι μασκαράδες.
Τι απροσδόκητες χαρές
και τι χρονιές είν' τούτες
ο κόσμος την Ανάσταση
να κάνει με μπαρμπούτες...
Τους είδα και τους ρώτησα
«γιατί ήρθατε εδώ πέρα;...»
και μου είπανε πως επειδή
την Καθαρή Δευτέρα
δεν τους απόμεινε καιρός
να κατεβούν στη χώρα
το θεωρήσανε καλό
να κατεβούνε... τώρα.(13)

Ο αιώνας τούτος εχάραξε με τρία ορόσημα το διάβα του από το Νησί μας. Το ένα πιο καταλυτικό από το προηγούμενο του!...

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ανέτρεψε όση αρμονία είχε διασωθεί από του Πρώτου τα πλήγματα... Ο Σεισμός αφάνισε μορφές, παραστάσεις, έθιμα, χτίσματα, παραδόσεις...

Οι μπουλντόζες του έριξαν σαν άχρηστο υλικό στα αρχεία της Λήθης, των γενεών τα θησαυρίσματα... Και το Χορτάρι της Γης και το Ανθάκι του Αγρού και των Εθίμων τους Σπόρους...

Ξανάνθισε η Γη. Τα σπίτια ξαναστήθηκαν στα γερά τους θεμέλια. Μια γενιά νέα αναστήθηκε. Που δε γνώρισε τα παλιά, ούτε που τα διάβασε πουθενά... Που χαίρεται αλλιώτικα τη ζωή και χωρίς χρονικά ορόσημα ρυθμίζει το ψυχικό κέφι της...

Και όμως... κι αυτή η γενιά... αγόρια, κορίτσια, με τα γελαστά πρόσωπα, τα γερά κορμιά και την ελεύθερη σκέψη, που τα περισσότερα ούτε σα σπορά δεν ήταν την εποχή της «Θεομηνίας», την Καθαρή Δευτέρα το απομεσήμερο, παρέες - παρέες, από Αργοστόλι και Λειβαθώ, με τις τσέπες τους γιομάτες κομφετί και με τα άγουστα κοτιγιόν της βιομηχανίας στο κεφάλι, θα τα δεις να σκαρφαλώνουνε στη Λάσση.

Δεν είναι πια η εξοχική Λάσση των πατέρων τους, μα μια απόμακρη συνοικία του Αργοστολιού. Κι όμως έρχονται εδώ, στο περιβάλλον ετούτο, σπρωγμένα από το δαιμόνιο του Τόπου, να χαρούν το απόγιομά τους και ασυναίσθητα να δέσουν τον κρίκο στην αλυσίδα των παραδόσεων, σουλατσάροντας πάνω - κάτω, στον ίδιο δρόμο που οι παππούδες τους άφησαν τα χνάρια τους, χρόνια, εκατονταετίες πριν, την ίδια ετούτη μέρα, γιορτάζοντας τα Κούλουμα... Γιορτάζοντας τη Ζωή...

Βιβλιογραφία  πηγές:

1.Εφημερίδα ΤΕΛΩΝΙΟΝ, φ.766, 24.2.1934, σελ. 4Β
2.Εφημερίδα Η ΔΙΑΛΟΛΑΠΟΘΗΚΗ, φ.31, 25.3.1861, σελ. 4Β
3.Στο ΙΔΙΟ
4.Στο ΙΔΙΟ
5.Εφημερίδα Ο ΛΑΟΣ, φ.2, 28.2.1870, σελ. 1Α
6.ΤΕΛΩΝΙΟΝ, Φ. 262, 13.3.1924, σελ. 2Β
7.Εφημερίδα ΖΙΖΑΝΙΟΝ, φ.215, 2.3.1902, σελ. 2Α
8.Στο ΙΔΙΟ
9.ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΗΣ, στην εφημερίδα «Τελώνιον», φ.175, 4.2.1933, σελ.4γ
10.ΤΕΛΩΝΙΟΝ,φ.766, 24.2.1934, σελ. 1Α
11.ΖΙΖΑΝΙΟΝ, φ.130, 4.3.1900, σελ.3
12.ΖΙΖΑΝΙΟΝ, φ. 481, 8.3.1908, σελ.1β
13.ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ, στην εφημερίδα «Ζιζάνιον», φ. 690, 31.3.1912, σελ. 3Γ



Κείμενα - Παρουσίαση: Αγγελοδιονύσης Δεμπόνος
Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο του συγγραφέα «Το Αργοστόλι Διασκεδάζει» (1979)

http://www.kefalonitis.com/

Φωτογραφία Τάσος Καβαλλιεράτος