Παρασκευή, 17 Αύγουστος 2018 01:04

Του λιναριού τα πάθη στην Ανωγή Ιθάκης

Ίσως να είμαι ένας εκ των τελευταίων (στην Ιθάκη) που θυμούνται την όλην διαδικασίαν επεξεργασίας του λιναριού. Ίσως μάλιστα εγώ και ο Κυρ. Όθωνας Δενδρινός (Σφαλτός) να είμαστε πράγματι οι μόνοι που θυμόμαστε ακόμη την όλην επεξεργασία.


Έτσι λοιπόν αποφάσισα να σας γράψω ό,τι θυμάμαι από τα πάθη του λιναριού.

Το λινάρι είναι φυτόν μονοετές και το ύψος του φθάνει τα 65-75 εκατοστά ή και λίγο περισσότερον ανάλογα με την ευφορίαν του εδάφους. Το λινάρι σπέρνεται και αυτό το φθινόπωρον όπως σπέρνονται όλα τα δημητριακά και ανοίγει κατά τον Μάϊον. Το άνθος του είναι μικρό και χρώματος θαλασσί ανοιχτού. Όταν φυσάει δε ο αέρας κάνει πολύ ωραίους κυματισμούς και νομίζει κανείς οτι βλέπει θάλασσαν.
Η ρίζα του είναι λίγο χοντρή και πηγαίνει κάθετα μέσα εις το έδαφος. Εκτός της κυρίας ρίζας έχει και μερικές τριχούλες κατευθυνόμενες προς τα πλάγια.
Ο καρπός του λιναριού συγκεντρώνεται μέσα σε ένα μικρό κεφαλάκι το οποίον έχει μέγεθος ρεβιθιού. Εκεί μέσα είναι κλεισμένος ο λινόσπορος.
Όταν έλθει η ώρα να βγάλουν το λινάρι πιάνουν ανάμεσα εις τα δάκτυλα αρκετές ρίζες και όπως τα κεφαλάκια είναι μέσα στη χούφτα τραβούν το λινάρι και το βγάζουν. Όταν βγάλουν αρκετές ρίζες τις δένουν σε σκουλίδες οι οποίες έχουν διάμετρο 15-20 εκατοστά. Οι σκουλίδες δένονται σε δύο μέρη, κάτω από τα κεφαλάκια και επάνω από τις χωματιασμένες ρίζες.
Αφού βγάλουν όλο το λινάρι και το δέσουν έτσι σε σκουλίδες, τότε τις διπλαρώνουν επάνω σε ένα κούτσουρο και με το σκερπάνι κόβουν καλά όλες τις χωματιασμένες ρίζες.
Κατόπιν αυτού ένα πολύ ζεστό μεσημέρι βάζουν μία – μία σκουλίδα επάνω σε ένα σεντόνι και ένας άνδρας με άρβυλα αναλαμβάνει το ξελίνισμα. Πατάει δηλαδή με το αριστερό του πόδι τη σκουλίδα και με το δεξιό του σπάει τα κεφαλάκια, από τα οποία αρχίζει να βγαίνει ο λινόσπορος. Μετά τα ανωτέρω αρχίζει η κυρίως επεξεργασία. (Στο Θιάκι λένε μια παροιμία: «Έτσι το’ χει το λινάρι, στην κορφή το λινοκόκκι»).

Το λινάρι έχει εις το κέντρον του το ξυλώδες του τμήμα και εις το εξωτερικό του το ινώδες τμήμα. Δια να απαλλαγούν από το ξυλώδες τμήμα, που είναι άχρηστο, βάζουν τις σκουλίδες στο νερό επί 20-25 ημέρες δια να σπάσει. Οι Ανωησάνοι είχαν στην Πόλη του Σταυρού, και εις το επάνω μέρος της εκεί αμμουδιάς, λινοβρόχια όπου εμούσκευαν το λινάρι τους. Η απόσταση από την Ανωή στην Πόλη του Σταυρού είναι 8 χιλιόμετρα και ημπορεί να φανταστεί κανείς την ταλαιπωρία των Ανωησάνων που επηγαίνανε με τα γαϊδουράκια τους από το άθλιο εκείνο μονοπάτι το οποίον, τότε, ούτε για λαγούς δεν έκανε και όχι για γαϊδούρια, και μάλιστα φορτωμένα.

Τα ταξίδια από την Ανωή στην Πόλη πρέπει να γίνονταν τουλάχιστον 4-5 φορές. Έκαναν ένα ταξίδι για να βάλουν το λινάρι στο λινοβρόχι και ένα για να το βγάλουν και να βάλουν τις σκουλίδες στον ήλιο, γίνονται δύο. Αυτή η εργασία έπρεπε να γίνει μετά από 25 ημέρες δια να στεγνώσουν και ξεραθούν. Η δυσοσμία που έβγαζαν αυτές οι σαπισμένες σκουλίδες ήτο ανυπόφορη. Έπειτα έπρεπε να κάμουν άλλο ένα ταξίδι για να τις γυρίσουν από την άλλη τους πλευρά. Εάν με το δεύτερο ή το τρίτο ταξίδι οι σκουλίδες δεν ήταν καλά στεγνές εις το κέντρο τους, τότε έπρεπε να τις γυρίσουν πάλι από την άλλη πλευρά και να τις αφήσουν λίγες ημέρες ακόμη στον ήλιο. Πόσα τέτοια ταξίδια εκάνανε ακριβώς δεν το γνωρίζω διότι αυτό το εκανόνιζε ο καιρός, ο καλός ήλιος και το πάχος της σκουλίδας.

Οι Ανωησάνοι κάποτε εδοκίμασαν και έβαλαν το λινάρι στη θάλασσα στον κόλπο του Αετού, μπροστά στον Άη Νικόλα και στο Νυδρί που είναι ρηχά τα νερά. Φαίνεται όμως οτι εκεί ήταν πολύ μακριά (11 χιλιόμετρα) για τις γυναίκες και γι’ αυτό εσταμάτησαν τα κουραστικά ταξίδια τους τόσο στον Αετό όσον και στα λινοβρόχια στην Πόλη του Σταυρού. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να χρησιμοποιούν λινοβρόχια στην Ανωή όπου εγώ θυμάμαι υπήρχαν 3-4. Αυτά ήταν λάσκαρα ή λίμπες, δηλαδή τρύπες μέσα στους βράχους, οι οποίες τον χειμώνα εγέμιζαν νερό και το καλοκαίρι τα χρησιμοποιούσαν ως λινοβρόχια.
Αφού είχαν βεβαιωθεί οτι είχαν στεγνώσει καλά οι σκουλίδες τότε άρχιζε το μαγκάνισμα, κυρίως κατά τα ζεστά μεσημέρια. Κατά το μαγκανισμά έσπαε το ξυλώδες τμήμα του λιναριού και με το πρώτο τίναγμα επάνω στο μάγκανο το περισσότερον έπεφτε. Αυτή η διαδικασία ίσως ήταν η πιο δύσκολη και πάρα πολύ κουραστική. Γι’ αυτό και στην Ιθάκη λένε την παροιμία: «ο μάγκανος και το τσαπί είναι αδελφοί του χάρου».

Μετά το μαγκάνισμα το λινό που είχε μείνει ήταν σαν γυναικείες πλεξούδες. Αυτές τις πλεξούδες τις επερνούσαν κατόπιν από τρία χτένια διαδοχικά. Πρώτα τις επερνούσαν από τα λανάρια από τα οποία έπεφταν οι πιο χονδρές λινάτσες. Μετά τα λανάρια επερνούσαν τις πλεξούδες από την  με αρκετά λεπτά δόντια και τέλος τις επερνούσαν από τα τσιγκριά τα οποία ήταν δύο ξύλινες πλάκες γεμάτες και οι δυο από μικρά δοντάκια αγκίστρια. Το λινάρι που έβγαινε από τα χτένια αυτά ήτο μαλακό και ωραίο σαν βελούδο και ελέγετο λεκατισά. Τις πλεξούδες αυτές του λιναριού πριν να τις γνέσουν τις εκοπάνιζαν κατά τη νύκτα με έναν κοντό κόπανο του χεριού. Γιατί τις εκοπάνιζαν δεν γνωρίζω, ελέγανε όμως τις εκοπάνιζαν για να ανάψουν και να μαλακώσουν.

Με τις πιο χοντρές λινάτσες εφκιάνανε κυρίως τσουβάλια και με τις άλλες τις λεπτές και βελούδινες εφκιάνανε ρούχα και κυρίως τραπεζομάντιλα και τουβαέλια. Οι μεσάλες που έφκιαναν δια τα τραπέζια ήταν θαυμάσιες. Τις λεπτές ίνες δεν τις έγνεθαν στην κοινή ρόκα αλλά εις την λεγομένη κεφαλόροκα. Ήτο δε αυτή η κεφαλόροκα ένα ίσιο ξύλινο κοντάρι το οποίον εις το επάνω μέρος είχε ένα κοινό κολοκύθι του νερού το οποίον ήτο επενδυμένο με μίαν φούσκα τράγου, στεγνή βέβαια. Αυτή είχε σκοπό να συγκρατεί τις λεπτές ίνες του λιναριού επειδή παρουσίαζε ανώμαλην επιφάνεια (ήτο γρέντζα, όπως ελέγανε) και δεν άφηνε τις ίνες να γλιστρήσουν. Εάν έβαζαν το λινάρι απ’ ευθείας στο κολοκύθι θα έπεφτε διότι η επιφάνειά του είναι πολύ λεία. Βάζοντας το λινάρι επάνω στην κεφαλόροκα δεν το έδεναν με σχοινί αλλά με μίαν φέρσα (πάνινη ταινία) 5-8 εκατοστών. Οι πιο πλούσιες νοικοκυρές αντίς το κολοκύθι πάνω στην κεφαλόροκά τους είχαν ένα ξύλινο σκαλιστό στεφάνι ενός ή δύο πόντων πάχους ή ένα ειδικά φτιαγμένο ψάθινο καλαθάκι σε σχήμα μικρής μελιτζάνας. Από το γνέσιμο του καλού λιναριού η κλωστή που έβγαινε ήτο πολύ λεπτή και είχε μεγάλην αντοχή. Για τις περισσότερες γυναίκες βέβαια η ρόκα τους είχε μόνο το κολοκύθι στο πάνω μέρος γιατί αυτό δεν τους εστοίχιζε τίποτε. Απλώς περνούσαν το κοντάρι μέσα από το κολοκύθι, που το εκάλυπταν με τη μαλακειά φούσκα, και η κεφαλόροκα ήτανε έτοιμη. Σκοπός του κολοκυθιού ήτανε να τυλίγουν επάνω του το λινάρι, διότι αλλιώς δεν ήταν δυνατόν να το τυλίξουν επάνω σε ένα απλό ψηλό κοντάρι. Για να στερεώσουν πιο καλά το κολοκύθι εκολλούσαν την άκρη της φούσκας επάνω στο κοντάρι και όταν βέβαια η φούσκα εξαιραινότανε το κολοκύθι εγινόταν ένα σώμα με το κοντάρι και έτσι δεν ημπορούσε να ξεφύγει.

Μετά την μετατροπή των ινών του λιναριού σε κλωστές άρχιζε το ύφαμα στον αργαλειό. Τα παλαιότερα χρόνια τόσον το στημόνι όσον και το φάδι ήτανε λινά, αργότερα όμως εχρησιμοποιούσαν μπαμπακερό νήμα για στημόνι και λινό για φάδι. Έτσι έφτιαχναν τα λεγόμενα λινοβάμβακα ρούχα που πολλάκις αναφέρονται στις αρεσκειές.

Μετά το ύφαμα ακολουθούσε το λεγόμενον λεύκαμα, δηλαδή η προσπάθεια να δώσουν στο ρούχο λευκό χρώμα αντί του σκούρου που είχε από φυσικού του το λινό. Επειδή όμως εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν λευκαντικά, εμεταχειριζότανε τη θάλασσα και τον ήλιο για να κάμουν αυτή την δουλειά. Εβρέχανε δηλαδή το ύφασμα αρκετήν ώρα στη θάλασσα και μετά το άπλωναν στον ήλιο να στεγνώσει. Μετά το στέγνωμα το έβαζαν πάλιν εις τη θάλασσα και μετά πάλι το εστέγνωναν. Και μετά πάλιν εις τη θάλασσα και ούτω καθ’ εξής. Οι Ανωησάνες, ως επί το πλείστον, επηγαίνανε για λεύκαμα στον Χαλικιά, παραθαλάσσια τοποθεσία στον κόλπο του Αετού μέσα από τη Χοντρή Πούντα, που ήταν πιο κοντά από την Πόλη του Σταυρού. Το λεύκαμα στην παραλία του Χαλικιά για τις κοπέλες είχε και κάπως πανηγυρικό χαρακτήρα διότι τη διαδρομή την έκαναν πολλές μαζί και ήταν όλο γέλια και χαρές. Εκτός από το λεύκαμα και το σχετικό κολύμπι ησχολούντο και με το άλεμα. Εμαζεύανε δηλαδή πεταλίδες, αχινιούς, αρμυρίχες και κανέναν κάβουρα εάν ετύχαινε. Έτσι με αυτές, τις σπάνιες γι’ αυτές, θαλασσινές λειχουδιές επλουτίζανε το φτωχικό τους γεύμα. Δρόμος καλός βεβαίως δεν υπήρχε ούτε για τον Χαλικιά. Ένα κοινό μονοπάτι, πολύ κατηφορικό, από την Ανωγή οδηγούσε στην ωραιότατη εκείνη αμμουδιά Χαλικιά, και για να φθάσουν εκεί τους έπαιρνε τουλάχιστον μίαμιση με δύο ώρες.

Πόσες φορές επηγαίνανε οι Ανωησάνες στη θάλασσα να κάμουν αυτή τη δουλειά δεν γνωρίζω, αλλά αυτό θα εξηρτάτο ασφαλώς από το άσπρισμα (λεύκαμα) που ήθελαν και από την διάθεσιν του λινού να ασπρίσει γρήγορα.

Ο Χαλικιάς εθεωρείτο πάντοτε το επίνειον της Ανωγής. Εκεί επηγαίνανε οι Ανωησάνοι για κολύμπι, για ψάρεμα και πολλές φορές για παραθερισμό, εις το ύπαιθρον βέβαια. Από εκεί εγινόταν η επικοινωνία με την Ακαρνανία και εκεί εξεφορτώνανε οι Ανωησάνοι τα στάρια τους όσες φορές αναγκάζονταν να πάνε να σπείρουνε στην Ακαρνανία. Εις τον Χαλικιά επίσης εγινότανε τα παλαιότερα χρόνια το λαθρεμπόριο του καπνού, και εις την νεώτερη εποχή, στην διάρκεια της Γερμανικής κατοχής του τελευταίου παγκοσμίου πολέμου, οι Ανωησάνοι εκρύβανε μέσα στις μάζες (στα σκίνα) στον Χαλικιά τα λάδια τους για να τα περάσουν με τις βάρκες τους την νύχτα στην Ακαρνανία και να τα μετατρέψουν σε σιτάρι.

Όποιος δεν έζησεν αυτές τις δουλειές δεν είναι εύκολο να καταλάβει τι σημαίνει του λιναριού τα πάθη. Είναι επίσης αδύνατον οι σημερινοί ν’ αντιληφθούν το χρόνο που απαιτείτο από την ημέρα που έσπερναν το λινάρι μέχρις ότου κατασκευασθεί σε τραπεζομάντηλο ή ρούχο για να φορεθεί. Είναι αδύνατον πλέον σε οποιονδήοτε θνητόν ν’ αγοράσει λινά σεντόνια, εάν τύχει και τα εύρει πουθενά. Η αξία τους είναι αστρονομική, καταλαβαίνουμε όμως τον λόγο διαβάζοντας τα εδώ γραφόμενα. Ό,τι λινό υπάρχει ακόμη (ιδίως παλαιό κέντημα) πρέπει να το διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού.

Λεξιλόγιο:
Τουβαέλια, τα = πετσέτες του τραπεζιού, από το ιταλ. tovagli(u)olo = πετσέτα φαγητού
Μεσάλες, οι ή Μεσάλια, τα = τραπεζομάντιλα
Γρέντζα, η = με άγρια επιφάνεια
Αρεσκειές, οι = προικοσύμφωνα
Άλεμα, το = ψάρεμα στην ακρογιαλιά (συνήθως για οστρακοειδή), από την αρχαία ελλην. λέξη αλς (γενική: της αλός) = θάλασσα και το ρήμα αλιεύω = ψαρεύω

Καθ’ υπαγόρευση του Ορέστη Α. Παΐζη από την Ανωγή της Ιθάκης
Ιανουάριος, 1999

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤ. ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο μάγγανος
Φωτογραφία κειμένου μάγκανος στο Λαογραφικό Μουσείο Ανωγής Ιθάκης
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Διάφοροι μάγκανοι απο τη συλλογή του Γιάννη Στ. Βλασσόπουλου
ΜΑΓΚΑΝΟΣ ΙΙ
Ο φίλος συλλέκτης και ζωγράφος Νίκος Μαρκάτος απο τις Φρίκες της Ιθάκης προσπαθώντας να μεταχειριστεί τον μάγκανο.

http://www.ithacanews.gr