Πέμπτη, 21 Μάρτιος 2019 08:25

Η Κεφαλονιά, ο μεγαλύτερος ναυτότοπος του Ιονίου, αποκτά τη δική του Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού (1961-1977)

ΑΕΝ/Π Ιονίων Νήσων

 

Η ίδρυση της Α.Ε.Ν./Π Ιονίων Νήσων έγινε το 1966 και ονομαζόταν, αρχικώς, Σχολή Κεφαλληνίας. Αργότερα, το 1998, με σχετική νομοθετική ρύθμιση ονομάστηκε Α.Ε.Ν. Ιονίων Νήσων.

Ιστορική Αναδρομή

Η Κεφαλονιά, ο μεγαλύτερος ναυτότοπος του Ιονίου, αποκτά τη δική του Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού (1961-1977)

Η Κεφαλονιά και η Ιθάκη υπήρξαν οι δύο μεγαλύτεροι ναυτότοποι του Ιονίου πελάγους, των οποίων τα πλοία και οι ναυτικοί από τα μέσα του 18ου αιώνα και έπειτα βοήθησαν τα μέγιστα την ελληνική ναυτιλία να καταστεί μια υπολογίσιμη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο, αλλά και εκτός αυτής. Η ναυτική παράδοση των νησιών είναι που παρακίνησε μεγάλους Ιόνιους εφοπλιστές να «επενδύσουν» στη ναυτική εκπαίδευση των νέων των νησιών, έτσι ώστε οι τελευταίοι να μπορέσουν να υπηρετήσουν με συνέπεια και επαγγελματισμό την ελληνική ναυτιλία.

Στην Ιθάκη θα ιδρυθεί το 1907 από τον εφοπλιστή Όθωνα Σταθάτο η πρώτη, σύγχρονη, ελληνική σχολή εμποροπλοιάρχων, γνωστή και ως Σχολή Σταθάτου. Η Σχολή Όθωνος Α. Σταθάτου λειτούργησε σε νεόκτιστο και μεγαλοπρεπές κτίριο, εφοδιασμένη με όλα τα απαραίτητα όργανα και με τους πλέον αξιόλογους Έλληνες και ξένους καθηγητές. Τη διεύθυνσή της είχε αναλάβει ο Ελβετός εκπαιδευτικός Julien Cherm. Η σχολή θα λειτουργήσει έως το 1913. Μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια της λειτουργίας της θα γίνει ιδιαίτερα γνωστή και θα διακριθεί για την επάρκεια και την ποιότητα της επαγγελματικής μόρφωσης και κατάρτισης των αποφοίτων της.

Στην Κεφαλονιά, από την άλλη, στις αρχές του 20ού αιώνα, και συγκεκριμένα το 1911, θα ιδρυθεί με πρωτοβουλία του Βαλλιάνειου Κληροδοτήματος η Εμποροναυτική Σχολή, καθώς θεωρήθηκε πως αυτή ανταποκρινόταν στις επαγγελματικές ανάγκες των κατοίκων του νησιού. Το μέγαρο της σχολής θα ανεγερθεί στο κέντρο του Αργοστολίου με δαπάνη 13.849 λιρών Αγγλίας. Η σχολή όμως θα λειτουργήσει για λίγα χρόνια και εν συνεχεία θα μετατραπεί σε Εμπορική Σχολή Παναγή Βαλλιάνου, από ιδιωτική θα γίνει δημόσια, και θα λειτουργήσει μέχρι το 1953, οπότε, μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του Αυγούστου του ίδιου έτους, θα ερειπωθεί και θα παύσει η λειτουργία της. Όπως σημειώνει ο Κεφαλονίτης δημοσιογράφος Χρ. Βουνάς, «η […] συσταθείσα και λειτουργήσασα εις Αργοστόλιον Σχολή Εμποροπλοιάρχων του Βαλλιανείου Κληροδοτήματος [είχε τεθεί] υπό την διεύθυνσιν του ικανοτάτου πλοιάρχου κ. Γερασίμου Μηλιαρέση», ο οποίος αργότερα θα ιδρύσει και ιδιωτική ναυτική σχολή [φροντιστήριο] στον Πειραιά.

ΑΕΝ Ιονίων Νήσων

Αναμνηστική φωτογραφία από την ορκωμοσία των πρώτων σπουδαστών της Δημόσιας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού Πλοιάρχων Κεφαλληνίας «Βεργώτειος» (1977). Στην μπροστινή σειρά, στη σκάλα του διοικητηρίου, διακρίνονται από αριστερά με τα πολιτικά ο τότε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Αλ. Παπαδόγγονας, η Μαίρη Βεργωτή, ο σύζυγός της Ανδρέας Βεργωτής, ένας από τους μεγάλους ευεργέτες της σχολής, και ο Διοικητής της σχολής Φούσκας Παναγιώτης, Υποπλοίαρχος Λ.Σ.


Το 1915, με πρωτοβουλία και πάλι του Κληροδοτήματος Παναγή Α. Βαλλιάνου, θα ιδρυθεί η Βαλλιάνειος Επαγγελματική Σχολή Ληξουρίου, με τη λειτουργία της να ξεκινά το σχολικό έτος 1927-1928. Λίγα χρόνια μετά τους σεισμούς του 1953, και παρά τις εκκλήσεις για επανασύσταση της ναυτικής σχολής Αργοστολίου, το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και ο τότε υπουργός Στέλιος Κωτιάδης αποφασίζουν στις 22 Σεπτεμβρίου 1956 (απόφαση 58099/7345) να ιδρυθεί «ναυτικόν τμήμα μηχανικών εις την Βαλλιάνειον Σχολήν Κεφαλληνίας, εις την οποία υφίσταται ήδη αρτιώτατον μηχανουργείον διά την πρακτικήν εξάσκησιν των μαθητών». Από αυτό το νέο τμήμα αποφοίτησαν πολλοί μηχανικοί, που υπηρέτησαν σε ελληνόκτητα πλοία, ενώ σημαντικό χρηματικό ποσό για τη στήριξη της νέας αυτής ιδιωτικής ναυτικής σχολής είχε προσφέρει ο πλοιοκτήτης Σπύρος Τυπάλδος, καθώς και αρκετοί ακόμα Κεφαλλήνες πλοιοκτήτες.

Αξίζει να σημειωθεί πως η Βαλλιάνειος Σχολή θα αποκτήσει ακόμα και το δικό της εκπαιδευτικό σκάφος, αυτή τη φορά όμως η πρωτοβουλία ανήκε όχι στο κληροδότημα του Παναγή Α. Βαλλιάνου, αλλά στο κληροδότημα του Άγγελου Λούζη. Γράφουν συγκεκριμένα τα Ναυτικά Χρονικά στο φύλλο της 1ης Οκτωβρίου 1959 πως «την 17ην Σεπτεμβρίου εγένετο εις τον όρμον του Τουρκολίμανου η τελετή της ονομασίας του εκπαιδευτικού σκάφους της Βαλλιανείου Σχολής […], αγορασθέντος διά κληροδοτήματος του αειμνήστου εφοπλιστού Αγγέλου Λούζη. Το εκπαιδευτικόν τούτο σκάφος, χωρητικότητος 80 τ. γκρος, είναι εφωδιασμένον με μηχανήν Ντήζελ, τύπου Λέιλαντ, δυνάμεως 95 ίππων και αναπτύσσει ταχύτητα 10 μιλλίων. Παρουσία του αρχηγού του Γ.Ε.Ν. κ. Τσάτσου, του διευθυντού Ναυτικής Εκπαιδεύσεως του Υπουργείου Ναυτιλίας αντιπλοιάρχου κ. Γουλιέλμου, των Βουλευτών Κεφαλληνίας κ.κ. Μεταξά και Πινιατώρου και του Προέδρου της Βαλλιανείου Σχολής κ. Ι. Ρωμανού, η κ. Καρρά εβάπτισε το νέον εκπαιδευτικόν, θραύσασα την καθιερωμένην φιάλην καμπανίτου εις την πρώραν του και ονομάσασα αυτό “Ανδρέας Λούζης”. Μετά την τελετήν, επηκολούθησε δεξίωσις εις τον Ναυτικόν Όμιλον».

Όμως, το αίτημα των Κεφαλλήνων εφοπλιστών για επανίδρυση της ναυτικής σχολής Αργοστολίου ήταν διαρκές και επίμονο. Μάλιστα, όπως σημειώνει ο Νικόλαος Β. Μεταξάς, μετά τους σεισμούς του 1953 αρκετοί πλοιοκτήτες από το νησί, θέλοντας να προσφέρουν μια επαγγελματική διέξοδο στους νέους, που έφευγαν από την ερειπωμένη Κεφαλονιά προς αναζήτηση ενός καλύτερου επαγγελματικού μέλλοντος και θέλοντας, σαφώς, να στελεχώσουν τα πλοία τους με καλώς καταρτισμένους Κεφαλλήνες, αποφασίζουν να συνεργαστούν και με προσωπικές δωρεές προχωρούν στην ανέγερση κατάλληλου κτιρίου για τη στέγαση μιας νέας ναυτικής σχολής, αυτή τη φορά στο χωριό Κεραμιές, λίγο έξω από το Αργοστόλι. Ωστόσο, παρά τα συνεχή υπομνήματα και τις εκκλήσεις τους προς τις τότε ελληνικές κυβερνήσεις, τα αιτήματα των Κεφαλλήνων για επανασύσταση της Ανωτέρας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού υπήρξαν μάταια και «άνευ θετικού αποτελέσματος». Θα χρειαστεί να περάσουν μερικά χρόνια για να καταδειχθούν οι μεγάλες ανάγκες της ελληνικής ναυτιλίας σε καλώς καταρτισμένους αξιωματικούς γέφυρας για να κινηθεί εκ νέου και από πιο ευνοϊκή αφετηρία το ζήτημα της ίδρυσης ναυτικής σχολής στην Κεφαλονιά, και συγκεκριμένα σχολής πλοιάρχων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα τέλη του 1955 τα Ναυτικά Χρονικά υπολόγιζαν πως «θα έχωμεν κατά τα προσεχή πέντε έτη αύξησιν της δυνάμεως της εις Έλληνας ανηκούσης ναυτιλίας κατά 50 μεγάλα πλοία ετησίως, με πλήρωμα 1.700 ανδρών». Και πράγματι, στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η ελληνική ναυτιλία θα εορτάσει την εγγραφή του χιλιοστού πλοίου της στο εθνικό νηολόγιο, ενώ ο ελληνόκτητος στόλος αναδεικνυόταν σε έναν από τους μεγαλύτερους στον κόσμο, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως επιτακτική η ανάγκη για πολλά, νέα και αρτίως εκπαιδευμένα στελέχη, αξιωματικούς καταστρώματος και μηχανής. Παρουσιάζει ενδιαφέρον πως τα ελληνόκτητα πλοία στις αρχές της δεκαετίας του 1960, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ξενοφώντα Αντωνιάδη, ανέρχονταν σε 1.800 και είχαν ανάγκη χιλιάδων αξιωματικών καταστρώματος και μηχανής. Συγκεκριμένα, ο ίδιος έγραφε τον Ιανουάριο του 1962: «Χίλια εκατόν είναι τα υπό Ελληνικήν σημαίαν πλοία και επτακόσια της ελληνικής πλοιοκτησίας. Συνολική χωρητικότης δεκατριών εκατομμυρίων τόννων. Κατατάσσει την Ελλάδα ως τρίτην εν τω κόσμω ναυτιλιακή δύναμιν. Αλλά τα 1.800 αυτά πλοία απαιτούν νουν και χείρας διά να κινηθούν και να κυβερνηθούν. Αν περιορισθώμεν μόνον εις τους αξιωματικούς και αν υπολογίσωμεν το φυσιολογικόν ποσοστόν της μονίμου και προσκαίρου αποχής από της εργασίας, συμπεραίνομεν ευχερώς ότι τα 1.800 αυτά πλοία χρειάζονται 2.000 πλοιάρχους, 6.000 αξιωματικούς καταστρώματος, ισαρίθμους κατ’ αντιστοιχίαν προϊσταμένους και υφισταμένους μηχανικούς και 2.000 περίπου ασυρματιστάς, διά να καλύψουν τας βασικάς ανάγκας των, τας απορρέουσας εκ των περί νομίμου συνθέσεως διατάξεων». Ποια ήταν η πραγματική δύναμη του ανθρώπινου δυναμικού της ελληνικής ναυτιλίας την ίδια περίοδο; 1.500 πλοίαρχοι, 4.500 αξιωματικοί καταστρώματος, 1.300 πρώτοι μηχανικοί, 5.000 αξιωματικοί μηχανής και 900 ασυρματιστές πάσης τάξεως. Όπως έγραφε ο Αντωνιάδης, «το χάσμα είναι μέγα. […] Χρειαζόμεθα πολλούς νέους αξιωματικούς διά το εμπορικόν ναυτικόν».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της μεγάλης ανάγκης για νέους αξιωματικούς ΕΝ θα πρέπει να ενταχθεί και η πρωτοβουλία του Κεφαλλήνα δικηγόρου Διονυσίου Η. Ποταμιάνου να αποστείλει (Σεπτέμβριος 1961) επιστολή στον Δημήτρη Κωττάκη, εκδότη των Ναυτικών Χρονικών, ζητώντας του να ενισχύσει το αίτημα της μετεξέλιξης της Βαλλιάνειου Επαγγελματικής Σχολής Ληξουρίου σε δημόσια σχολή μηχανικών. Τα Ναυτικά Χρονικά, με δεδομένη την πίστη τους στην ανάγκη ενίσχυσης της ναυτικής εκπαίδευσης, «ασπάζονται» το αίτημα του Ποταμιάνου και το προωθούν μέσω των σελίδων τους, ζητώντας ωστόσο από τους Κεφαλλήνες πλοιοκτήτες να συνεισφέρουν οικονομικά για τη συμπλήρωση των ελλείψεων της ήδη λειτουργούσας σχολής, ώστε το Κεφάλαιο Ναυτικής Εκπαίδευσης να αναλάβει εν συνεχεία τα έξοδα της λειτουργίας της. Έτσι, στις αρχές του 1960 γίνεται η πρώτη δημόσια αναφορά για ανάγκη μετεξέλιξης της Βαλλιάνειου Σχολής του Ληξουρίου σε δημόσια σχολή μηχανικών.

Ωστόσο, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας είχαν ήδη από την άνοιξη του 1961 προσανατολιστεί προς την κατεύθυνση ίδρυσης (και) στην Κεφαλονιά, και συγκεκριμένα στο Αργοστόλι, μιας δημόσιας σχολής πλοιάρχων, «εφόσον τα κατάλληλα οικήματα […] εξευρεθούν και παραχωρηθούν». Προτεραιότητα για το ΥΕΝ, τότε, είχε η ίδρυση σχολών στη Σύρο και στη Χίο, ενώ ο σχεδιασμός προέβλεπε για τα επόμενα χρόνια ίδρυση σχολής πλοιάρχων και στην Κεφαλονιά. Ο στόχος του ΥΕΝ ήταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 να έχει καταστεί «ασφαλής η λειτουργία […] πέντε ή και εξ ναυτικών σχολών της Ύδρας, του Ασπροπύργου, της Κύμης, της Σύρου, της Χίου και της Κεφαλληνίας διά την κατάρτισιν ναυτίλων αξιωματικών», ενώ υπήρχαν σκέψεις και για την οργάνωση νυχτερινής σχολής μηχανικών στη Βαλλιάνειο Σχολή. Ωστόσο, ο σχεδιασμός που θα προχωρήσει ήταν αυτός που αφορούσε την ίδρυση στην Κεφαλονιά μόνο σχολής πλοιάρχων του ΕΝ, και αυτό γιατί η μετατροπή της Βαλλιάνειου Σχολής σε δημόσια σχολή μηχανικών είχε ως προϋπόθεση η τελευταία να μετατρεπόταν σε πρώτη φάση σε αποκλειστικώς ναυτική σχολή, χωρίς άλλες κατευθύνσεις. Ωστόσο, καθώς η Βαλλιάνειος είχε μεικτή μορφή, καλύπτοντας πέραν του κλάδου των μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού και τους κλάδους των μηχανοτεχνιτών, ηλεκτροτεχνιτών, ξυλουργών, επιπλοποιών, υφαντουργών, οικοδόμων, εργοδηγών ηλεκτρολόγων, εργοδηγών οικοδόμων, το ΥΕΝ δεν ήταν σε θέση να προχωρήσει σε χρήση δημόσιων πόρων για μετατροπή της σε δημόσια σχολή μηχανικών. Έτσι, το αίτημα για μετατροπή της Βαλλιάνειου σε δημόσια σχολή μηχανικών στην ουσία καθίστατο ανενεργό και μόνο το αίτημα για ίδρυση σχολής πλοιάρχων στο Αργοστόλι είχε πλέον μεγάλες πιθανότητες υλοποίησης, με παράλληλη εγκατάλειψη των τότε διακινούμενων προτάσεων περί ίδρυσης σχολής πλοιάρχων στην Ιθάκη με την αξιοποίηση των εκεί εγκαταστάσεων του ναυτικού γυμνασίου.

Παρά την απόφαση του ΥΕΝ να προχωρήσει η διαδικασία ίδρυσης σχολής πλοιάρχων στο Αργοστόλι, η υπόθεση θα παραμείνει στο «συρτάρι» του υπουργείου για μερικά ακόμα χρόνια, έως το θέρος του 1966. Τότε «κατόπιν της από 30.5.1966 εκθέσεως του τότε Διευθυντού Ναυτικής Εκπαιδεύσεως, Πλοιάρχου Λ.Σ. κ. Ξ. Αντωνιάδου, απεφασίσθη η ίδρυσις Σχολής Πλοιάρχων Ε.Ν. εν Αργοστολίω, επί παραχωρηθέντος υπό της Δημοτικής Αρχής της πόλεως χώρου εκτάσεως 30 στρεμμάτων και εδημοσιεύθη σχετικώς το από 4.7.1966 Βασιλικό Διάταγμα», όπως έγραφε ο Νικόλαος Β. Μεταξάς, μία από τις εμβληματικές μορφές της ελληνικής ναυτιλίας του 20ού αιώνα. Να σημειωθεί πως, καθώς φαίνεται, σημαντικό ρόλο στην επαναφορά στο προσκήνιο του αιτήματος ίδρυσης σχολής στο νησί έπαιξαν και οι πιέσεις που ασκήθηκαν από πολιτικά πρόσωπα της Κεφαλονιάς, όπως συνέβη άλλωστε και σε άλλες περιπτώσεις ίδρυσης ναυτικών σχολών στην Ελλάδα (π.χ. βλ. την περίπτωση της ίδρυσης της σχολής της Κύμης). Συγκεκριμένα, όπως σημειώνουν τα Ναυτικά Χρονικά, ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές ίδρυσης της σχολής στην Κεφαλονιά, που άσκησε προς αυτή την κατεύθυνση σημαντικές πιέσεις, υπήρξε ο Ευάγγελος Σ. Δενδρινός, ο οποίος είχε διατελέσει δήμαρχος Αργοστολίου (1955-1956, 1959), καθώς και υφυπουργός Συγκοινωνιών στις κυβερνήσεις Νόβα και Στεφανόπουλου (16 Ιουλίου 1965 έως και 22 Δεκεμβρίου 1966).

Ωστόσο, παρά τη δημοσίευση του βασιλικού διατάγματος το 1966 (ΒΔ 881/1966), αυτό θα παραμείνει ανεκτέλεστο και θα περάσουν και πάλι αρκετά χρόνια έως ότου το ζήτημα ίδρυσης της Δημοσίας Σχολής Πλοιάρχων Αργοστολίου επανέλθει στο προσκήνιο το 1970. Τότε ένας από τους σημαντικούς Κεφαλλήνες πλοιοκτήτες, ο Παναγής Βεργωτής, θα κοινοποιήσει στον τότε υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας Ιωάννη Χολέβα την πρόθεσή του «όπως διαθέση ποσόν 200-250 χιλιάδων λιρών Αγγλίας διά την σύστασιν μίας πλήρους ναυτικής σχολής ‒τύπου Ασπροπύργου‒ εις την Κεφαλληνίαν». Επρόκειτο για μια πρωτοβουλία που, κατά τα Ναυτικά Χρονικά, τον κατέτασσε στη χορεία των «μέγα ευεργετών της ναυτικής μας εκπαιδεύσεως». Πλέον, αυτό που χρειαζόταν ήταν να ολοκληρωθούν οι συζητήσεις μεταξύ υπουργείου και Παναγή Βεργωτή, μέσω του πληρεξουσίου του Αναστασίου Γ. Ποταμιάνου, ο οποίος είχε πρώτος εισηγηθεί στον Π. Βεργωτή την ιδέα ίδρυσης της σχολής, για τον καθορισμό του ύψους του ποσού που ήταν αναγκαίο για την ανέγερση της οικοδομής και τον εξοπλισμό της σχολής, ενώ, όπως έγραφαν τα Ναυτικά Χρονικά, «το οικόπεδον και τα σχέδια διά την σχολήν είναι ήδη έτοιμα εις το Υπουργείον».

Οι συζητήσεις θα έχουν αίσιο πέρας και στις 6 Ιουλίου του 1971 με νέο βασιλικό διάταγμα αποφασίζεται η απαλλοτρίωση οικοπέδου στον χώρο της πλατείας Μαίτλανδ, στην παραλία του Αργοστολίου, με σκοπό την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος της σχολής πλοιάρχων της Κεφαλονιάς, μια σχολή που θα ερχόταν να καλύψει τις ανάγκες της ελληνικής ποντοπόρου ναυτιλίας σε καλώς καταρτισμένους πλοιάρχους, αντλώντας το έμψυχο υλικό της από τα Ιόνια Νησιά αλλά και από τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές. Αξίζει να σημειωθεί πως, με βάση τις τότε διαθέσιμες στατιστικές έρευνες των αρχών της δεκαετίας του 1970, με ναυτικό φυλλάδιο είχαν εφοδιαστεί 11.790 νέοι Έλληνες εκ των οποίων το 21% περίπου (σχεδόν 2.450 νέοι) καταγόταν από περιοχές της δυτικής Ελλάδας και συγκεκριμένα από την Κέρκυρα, την Πρέβεζα, την Πάτρα και βεβαίως την Κεφαλονιά. Επρόκειτο για ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό και κατά συνέπεια η απόφαση ίδρυσης σχολής στον ναυτότοπο της Κεφαλονιάς σαφώς ήρθε «να απαντήσει» (και) στην αυξανόμενη ζήτηση των νέων της δυτικής Ελλάδας για σταδιοδρομία στο ναυτικό επάγγελμα.

Ο θεμέλιος λίθος της σχολής θα τεθεί στις 23 Οκτωβρίου 1971 «επί οικοπέδου παραχωρηθέντος από τον Δήμον και το Λιμενικόν Ταμείον Αργοστολίου […] παρισταμένων του Υφυπουργού επί της Ναυτιλίας κ. Παπαδογιάννη, του Διευθυντού Ναυτικής Εκπαιδεύσεως κ. Μοσχονά και άλλων αρμοδίων υπηρεσιακών παραγόντων». Για τις ανάγκες ανέγερσης της σχολής ο Παναγής Βεργωτής είχε καταθέσει ένα συνολικό ποσό 400.000 δολαρίων «με την προοπτικήν συμπληρώσεως, εν ανάγκη, του απαιτηθησομένου ποσού διά την ανέγερσιν και τον εξοπλισμόν της “Βεργωτείου Δημοσίας Σχολής Ε.Ν. Κεφαλληνίας”». Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως τη δημιουργία της σχολής υποστήριξαν οικονομικά, πέραν του Παναγή Βεργωτή, και οι ανιψιοί του Ανδρέας Στεφάνου, Ρόκος Στεφάνου και Νίκος Στεφάνου Βεργωτής, οι οποίοι και θα συνεχίσουν το έργο του θείου τους μετά τον θάνατό του το 1972.

Όπως έγραφαν τα Ναυτικά Χρονικά, «τα σχέδια του κτιριακού συγκροτήματος εξεπονήθησαν από τους αρχιτέκτονας κ.κ. Βογιατζήν και Μασουρίδην». Η ναυτική σχολή του Αργοστολίου, εξοπλισμένη με όλα τα μέσα και τα εποπτικά όργανα, θα περιλαμβάνει: ένα διώροφο κτίριο με αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκη, αίθουσα χαρτών, πυξίδων και ραντάρ, διώροφο οίκημα για την ενδιαίτηση 120 σπουδαστών (θάλαμοι, εστιατόριο, μαγειρείο, βοηθητικοί χώροι), κτίριο διοίκησης, αμφιθέατρο, ανοιχτούς χώρους αθλοπαιδιών, λεμβαρχείο για φύλαξη και συντήρηση των εκπαιδευτικών σκαφών της σχολής, μικρό ναό, καθώς και μια μικρή κατοικία για τον εκάστοτε διοικητή της σχολής.

Τα κτίρια της σχολής θα παραδοθούν, εν τέλει, το 1975 επιτρέποντας την έναρξη λειτουργίας της Δημοσίας Σχολής Πλοιάρχων Αργοστολίου, η οποία για πρώτη φορά υποδέχεται σπουδαστές στους χώρους της. Ωστόσο, τα επίσημα εγκαίνιά της θα πραγματοποιηθούν δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1977, από τον τότε υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας Αλέξανδρο Παπαδόγγονα. Έτσι, τα Επτάνησα θα αποκτήσουν μία άρτια εξοπλισμένη σχολή ναυτιλίας, το δεύτερο ίδρυμα ναυτικής εκπαίδευσης, μετά το ναυτικό γυμνάσιο που λειτουργούσε ήδη στην Ιθάκη.

Η σχολή πλοιάρχων της Κεφαλονιάς, η σημερινή Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Πλοιάρχων Ιονίων Νήσων – Βεργώτειος, ήλθε να προσφέρει στους νέους ενός από τους άλλοτε σημαντικότερους ναυτότοπους της Μεσογείου, καθώς και στους νέους των υπόλοιπων νησιών του Ιονίου και των απέναντι ηπειρωτικών τους ακτών, τη δυνατότητα άρτιας κατάρτισης με στόχο μια επιτυχημένη σταδιοδρομία στη μεγάλη ελληνική ναυτιλία. Παράλληλα, αποτελεί την ιστορική συνέχεια των σχολών ναυτικής εκπαίδευσης που το νησί είχε φροντίσει να διαθέτει ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ συνιστά και ένα απτό παράδειγμα του μεγάλου ενδιαφέροντος των Ελλήνων πλοιοκτητών για τη ναυτική εκπαίδευση της χώρας και ιδίως των γενέθλιων τόπων τους. Ήταν χωρίς αμφιβολία η αμέριστη υποστήριξη του Παναγή Βεργωτή που επέτρεψε να γίνει πραγματικότητα η επιθυμία πολλών Κεφαλλήνων να αποκτήσει η Κεφαλλονιά σύγχρονη και άρτια ναυτική σχολή, οι απόφοιτοι της οποίας θα μπορούσαν να υπηρετήσουν με τον καλύτερο τρόπο το ελληνικό μεταπολεμικό ναυτιλιακό θαύμα.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Συμβολή της Ναυτιλιακής Εκπαίδευσης- Εβδομήντα Χρόνια από την Ιδέα Σύστασης Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαίδευσης», Gratia Εκδοτική, Αθήνα 2017, σελ. 155

Πηγή AEN ionian islands