Τρίτη, 17 Σεπτέμβριος 2019 03:48

Τα έθιμα της Μεγάλης Παρασκευής στην Κεφαλονιά

Την Μεγάλη αυτή Ημέρα δεν έκανε να καρφώσουν τίποτε ούτε να τρυπηθούν και να βγάλουν αίμα. Παλιά είχαν συνήθεια αυτή την αγία μέρα να μην μπάζουν νερό στο σπίτι ή αν είναι το έχυναν την επόμενη μέρα. Ήταν απαγορευμένο να ανάψουν φωτιά ή να μαγειρέψουν και ακόμα να κάνουν δουλειές. Το πρωί που σηκώνονταν προσκυνούσαν τον Εσταυρωμένο Ιησού, και έπιναν λίγο ξύδι. Πήγαιναν και πηγαίνουν στην εκκλησία και φεύγουν αφού προσκυνήσουν τον ενταφιασμένο Χριστό και πάρουν "αμνό", τα άνθη που έχουν περιβάλλει το θείο σώμα. Είναι έθιμο να στρώνουν τα κρεβάτια του μετά τη λειτουργία της ημέρας, δηλαδή να μην τα στρώσουν μπριτού στρωθεί το κρεβάτι του Χριστού (Επιτάφιος).

 

Την ημέρα αυτή πηγαίνουν στα νεκροταφεία για να ανάψουν τα καντήλια και να λιβανίσουν τα μνήματα. Επίσης και οι ιερείς όπου "διάβαζαν" τρισάγιο στους αιώνια κοιμισμένους. Όλοι την ημέρα έμεναν και μένουν νηστικοί και το βράδυ μόνο έτρωγαν αντίδωρο. Το μεσημέρι μαζεύονταν οι γυναίκες της ενορίας ή του χωριού και στόλιζαν τον Επιτάφιο. Προηγουμένως είχαν μαζευτεί άνθη και κάθε λογής λουλούδια της Εποχής που θα ήταν "κοσμήματα" για το στολισμό του Επιταφίου. Όταν γύριζαν τον Επιτάφιο στην Ενορία τους, πριν τον βάλουν μέσα τον κρατούσαν ψηλά στα χέρια τους και οι πιστοί περνούσαν από κάτω. Τον Επιτάφιο τον στόλιζαν παλαιότερα ανύπαντρες κοπέλες και το κερί που έκαιγε στην κορυφή του, το έπαιρναν γιατί έκανε καλό στο ξεμάτιασμα, όπως λένε και ο αμνός.

Παλαιότερα ή καλύτερα εδώ και λίγα χρόνια στο Ληξούρι κάθε ενορία στόλιζε το δικό της επιτάφιο όχι μόνο για να διαβαστούν τα εγκώμια στον κάθε ναό αλλά και για να "κατέβουν" στη μεγάλη ιερή πομπή των επιταφίων που έκανε γύρα στην πόλη. Έβλεπες τον αγώνα για τον καλύτερο στολισμό, ποιας ενορίας ο Επιτάφιος θα ξεπεράσει τους άλλους. Και μέσα στο κλίμα της θείας πένθιμης νυκτερινής κατάνυξης κρυφοσυζητούσανε και καμαρώναμε για τον "δικό μας επιτάφιο". Πέρα από τα λουλούδια (κρίνους και βιολέτες, γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα) και ότι άλλο μπορούσες να φανταστείς από άνθη δυνάμωναν την πένθιμη ατμόσφαιρα, τα κεριά και τα φώτα από τις μπαταρίες που ήταν κρυμμένα μέσα σ' αυτά.

Τώρα τελευταία η περιφορά όλων των ενοριακών επιταφίων σταμάτησε. "Βγαίνει" μόνο ο επιτάφιος της Μητρόπολης (Παντοκράτορας Ληξουρίου) αλλά συμμετέχουν όλοι οι ιερείς της πόλης. Προπομπός στη νυκτερινή πένθιμη λιτανεία για τον Ιησού Χριστό είναι πάντα η Φιλαρμονική, που όλοι περιμένουμε να σονάρει τα πένθιμα εμβατήρια του Ληξουριώτη συνθέτη Πέτρου Σκαρλάτου, ιδίως την περίφημη Marcia Funedre. Αποκορύφωμα δε είναι η στιγμή που ο επιτάφιος θα ανέβει στο πάρκο της Πλατείας και εκεί με τις όμορφες και γλυκές φωνές των ψαλτάδων θα ακουστούν τα εγκώμια και θα επαναλάβει τις θείες μελωδίες η Φιλαρμονική. Είναι δε καθιερωμένο χρόνια τώρα, να τιμούν με την παρουσία τους τη νυκτερινή λιτανεία οι επίσημοι και οι αρχές του νησιού στο Ληξούρι, ενώ δίνουν το παρόν τους στο Αργοστόλι την ημέρα της Ανάστασης.

     

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΟΛΑΤΑ

 

Στο χωριό αυτό οι ακολουθίες των Παθών του Χριστού δεν ήταν όμοιες με αυτές που γίνονταν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Υπάρχει κάποια ιδιομορφία ιδιαίτερα από τη Μεγάλη Παρασκευή ως τα ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου. Φαίνεται πως ακολουθούσαν το τυπικό των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Μεγάλη Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη ήταν ίδιες ενώ η ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής προ του 1900 αλλά και σήμερα είναι διαφορετική στο τυπικό της.

Η ακολουθία των Ωρών 3η 6η και 9η αρχίζει στο χωριό από τις έξι το πρωί και τελειώνει στις 12 το μεσημέρι. Οι ώρες αυτές ήσαν οι φυλακές όπως λέγονταν από Εβραίους και Ρωμαίους, την εποχή εκείνη. Ήταν οι ώρες αλλαγής φρουράς όπως καταλαβαίνουμε σήμερα. Οι αντίστοιχες ώρες είναι (σημερινές) 6η, 9η και 12η μεσημβρινή. Στον Ελλαδικό χώρο, η ακολουθία των Ωρών τελειώνει στις 10 το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής και στη συνέχεια ακολουθεί η Αποκαθήλωση και ο Ενταφιασμός. Γι' αυτό και ψάλετε και το "Φως Ιλαρόν". Είναι μαζί με την Πεντηκοστή, οι μόνες ημέρες που στο πρωινό φως ακούγεται αυτός ο Επιλίχνιος ύμνος.

Στα Μονοπολάτα γινόταν τη Μεγάλη Παρασκευή 6-8 μ. μ. Ωστόσο είχαν σταματήσει οι καμπάνες από το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης μετά τα 12 Ευαγγέλια έλεγαν "χη-ρεύουν οι καμπάνες" . Ο Ηλίας Τσιτσέλης λέει, πως οι από την εσπέρα της Μεγάλης Τετάρτης εχήρευον οι οι καμπάνες μέχρι την αυγή του Μ. Σάββατου, και η φράση προέκυψε λόγω που έβγαζαν τα γλωσσίδια από τις καμπάνες και τα εφύλασσαν αυστηρά μέχρι το Σάββατο της Ανάστασης.

Βέβαια το έθιμο να "χηρεύουν οι καμπάνες"  επικράτησε από την πίεση των Ενετών κατά τον 16ο αιώνα, που η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πανίσχυρη στα νησιά μας. Έτσι η απαγόρευση επικράτησε σαν έθιμο. Η ενημέρωση και το κάλεσμα του κόσμου για τις ιερές ακολουθίες γινόταν από τα παιδιά της ενορίας που με τριζόνια και χτυπητήρια ειδοποιούσαν για την έναρξη των θείων ακολουθιών. Ο θόρυβος προκαλούσε τα γέλια και τα σατιρικά, αλλά και τα κωμικά άσματα, όπως το παρακάτω που δείχνει τη διαφορά των τάξεων και την αντιμετώπιση από τη λαϊκή μάζα.

 

Άρχοντες κι’ αρχόντισσες και κουτσοδαιμόνισσες

ο παπάς μας έστειλε, νάρθετε στην εκκλησιά,

Έρτετε μην έρτετε, τη στράτα μην την εύρετε.

 

Το κάψιμο του Ιούδα στα Μονοπολάτα

 

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής κατά τις 12 μ.μ. να ξημερώνει Μ. Σάββατο έκαιγε στην πλατεία της εκκλησίας μεγάλη φωτιά. Το έθιμο της φωτιάς διατηρείται μέχρι σήμερα. Η φωτιά εκτός απ' ότι ζέσταινε τα παιδιά και τους μεγάλους που ξενυχτούσαν, συμβολίζει εκείνη που είχαν ανάψει οι Ιουδαίοι στην αυλή του Καϊάφα για να ζεσταθούν και στην οποία παρευρίσκετο και ο μαθητής του Χριστού Πέτρος

«... ανθρακιάν πεποιηκότες ότι ψύχος ην και εθερμαίνοντο...» (Ιωάννης 1η στ. 18).

Εντυπωσιακό ήταν το μάζεμα των ξύλων. Τα παιδιά μάζευαν ξύλα και τροφοδοτούσαν τη φωτιά. Ο καθένας έδινε ότι μπορούσε από κληματόβεργες έως χοντρά ξύλα. Πάνω στην κορυφή του σωρού των ξύλων, έβαζαν και ακόμη βάζουν το ομοίωμα του Ιούδα και το καίνε. Το έθιμο του Ιούδα είναι νεότερο, γύρω στα 40-45 χρόνια περίπου. Το κάψιμο του Ιούδα γίνεται και στα Λουρδάτα της Λειβαθούς, και ο τρόπος που γινόταν παλιά μάλλον ακολουθούσε ξενική εθιμοτυπία .

 

Το έθιμο «πέφτει το κομμάτι» και οι ρίζες του

 

Η ακολουθία των εγκωμίων άρχιζε γύρω τις τρεις τα μεσάνυχτα της Μ. Παρασκευής προς το Μ. Σάββατο και στη συνέχεια γινόταν η περιφορά του Επιταφίου σ' όλο το χωριό. Επειδή δεν χτυπούσαν οι καμπάνες «είχαν χηρέψει» τα παιδιά έκαναν τα χρέη καμπάνας. Γύριζαν με ρόπαλα, ξύλα και άλλα θορυβώδη μέσα, κουδούνια, ροκάνες και αγριοφωνάρες και ξυπνούσαν τον κόσμο να πάει στην εκκλησία για την περιφορά του Επιταφίου.

Τις 5 το πρωί Μ. Σάββατο που όλα είχαν τελειώσει άρχιζε όρθρος της κρυφής Ανάστασης. Ο παπάς κρατάει ένα πανέρι γεμάτο φύλλα και κλαριά ελιάς η δάφνης και φωνάζει «Ανάστα ο Θεός». Τότε χτυπούνε με ξύλα τα στασίδια και το γυναικωνίτη, ρίχνουν βαρελότα, όπως λένε «πέφτει το κομμάτι» . Επιβάλλεται μια αναλυτική και τεκμηριωμένη αναφορά για το έθιμο αυτό, μια και πολλοί το θεωρούν ξενικό, ότι ήλθε από τη Δύση, δηλαδή ότι είναι φράγκικο. Στα «Άπαντα»  του Ανδρέα Λασκαράτου, η φράση «Πέφτει το κομμάτι», εξηγείται, ως «το πρώτο σμπάρο που πέφτει το Μεγάλο Σάββατο».Αναφέρεται δε ως ίδια έκφραση και από τον ιστοριοδίφη Ηλία Α. Τσιτσέλη , σε μια καταγραφή ταφικών εθίμων προερχόμενα από την περιοχή της Αγίας Θέκλης-Ανωγής. Αναφέρεται στα έθιμα της Μεγάλης Πέμπτης γράφοντας: «Αι γυναίκες δεν εσάρωνον από την Μεγάλην Πέμπτην μέχρι το Μεγάλο Σάββατον, και αν εσάρωνον, δεν επετούσαν τα σκουπίδια. Και αφού ήθελε πέση το κομμάτι, τότε τα επετούσαν. Και επετούσαν και παλιόπιατα, παλιοπαδέλες και άλλα διάφορα αγγεία, και έλεγον :Στην πομπή σας κ.λ.π.».

Το έθιμο αυτό δεν είναι ξενικό, αλλά προέρχεται από τα Αρχαία Ελληνικά χρόνια και πέρασε στο Βυζάντιο και ως κατάλοιπο διατηρείται σε κάποια μέρη των Επτανήσων. Πρόκειται για ταφικό έθιμο, που λίγο πολύ αθέλητα το διατηρούμε όλοι μας έως σήμερα. Αφού βγάλουμε τη σορό του νεκρού από το σπίτι, κάποιος παίρνει και σπάει ένα πιάτο ή κάτι πήλινο για να σταματήσει το κακό. Για να μην πάρει ο νεκρός, σύμφωνα με την πρόληψη που επικρατεί, κάποιον άλλον από την οικογένεια σε σύντομο χρόνο. Ο λαός νομίζει πως δια του κρότου, που παράγεται από το σπάσιμο των αγγείων, εκτοπίζει το κακό. Το έθιμο του να θραύουμε τα αγγεία  και ιδίως τα πήλινα, ανήκει στην αρχαιότητα και πέρασε στο Βυζάντιο και έπειτα στη Δύση.

Το έθιμο του να σπάμε τα αγγεία ή κάτι πήλινο όταν ο άνθρωπός τελειώσει τη ζήση του, καθιερώθηκε και σε βαριά ασθενείς επειδή μέσα σε πήλινα αγγεία τοποθετούσαν τα φάρμακα . Στα Μονοπολάτα και παλαιότερα στα Κομινάτα, αλλά και σε άλλα χωριά της νήσου μας έπειτα από την ακολουθία του Επιτάφιου του Κυρίου, κατά τις τέσσερις το πρωί που γίνεται η πρώτη Ανάσταση, με τη φράση «Ανάστα ο Θεός» σπάνε μια μεγάλη στάμνα ή ρίχνουν σπασμένα αγγεία για να διώξουν με τον δυνατό κρότο το κακό και να έλθει η χαρά της Ανάστασης. Αυτά τα χρόνια το έθιμο διατηρείται μόνο στα Μονοπολάτα, αλλά, πραγματοποιείται αμέσως μετά την επιστροφή της λιτανεία του επιταφίου από το κοιμητήριο του χωριού. Δηλαδή με την πρώτη Ανάσταση που την πραγματοποιούν λίγο μετά τις δώδεκα το βράδυ, να έχει μπει το Μεγάλο Σάββατο.

Στο διπλό γυναικωνίτη της Εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής, ανεβαίνουν, μικροί μεγάλοι, και, ένας- δύο με μια μεγάλη στάμνα.. Όπως ο ιερέας ξεστομίσει το Ανάστα ο Θεός, τότε ρίχνουν με ορμή στο δάπεδο της εκκλησίας τη στάμνα. Συγχρόνως οι άλλοι χτυπούνε τα στασίδια και τα ξύλινα μέρη του ναού για να κάνουν τον καλό και επιθυμητό θόρυβο.

Κατά τον Ηλία Α. Τσιτσέλη η φράση «πέφτει το κομμάτι» σώζεται από τα ενετικά χρόνια και έχει σχέση με έθιμο παλαιό, καθώς όταν έσφαζαν το Μ. Σάββατο το πρώτο βόδι, μεγάλο κομμάτι κρέατος, το πήγαιναν ως δώρο στον προβλεπτή. Αυτό το αιμόρρυτο κρέας το αποκαλούσαν κομμάτι. Έτσι η φράση«πέφτει το κομμάτι» ταυτίστηκε με τη φράση «άνοιξεν η αγορά», γιατί προ της σφαγής των ζώων του Μ. Σάββατου δεν επιτρεπόταν να ανοίξουν τα κρεοπωλεία. Ο ίδιος ιστοριοδίφης μας λέει πως την ώρα του κομματιού, την ώρα δηλαδή που άνοιγε η αγορά και είχε γίνει η σφαγή του ζώου, την ίδια ώρα λέγεται και το Ανάστα ο Θεός, τότε έριχναν τα πήλινα αγγεία και τα σκουπίδια.

Επίσης το έθιμο αυτό έχει καταγραφεί και από Κερκυραίο περιηγητή στην Κεφαλλονιά μας και εκδόθηκε ως αναφορά στην Ιόνιον Ανθολογία : «Το μέγα Σάββατον όταν ψάλλεται εις την Εκκλησίαν το ανάστα ο θεός, ρίπτουσιν έξω των οίκων αγγεία ακέραια ή ημίθραυστα. Δεν διαβαίνουσιν επάνω τών συντριμμάτων, αλλά τα μετατοπίζουσιν, αν πρέπη αναγκαίως να διέλθωσιν εκείθεν».

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι το έθιμο είναι ελληνικό και όχι ξενικό. Απλά φοβίζει κάποιους που βλέπουν την αξιοποίησή του από τους Κερκυραίους για λόγους τουριστικούς, και το αναθεματίζουν, χωρίς να ξέρουν ότι διατηρείται και στα τρία μεγάλα νησιά της Επτανήσου, από πολύ παλιά και με συνέχεια μέσα στο χρόνο. Απλά διατηρείται μόνο στο σπάσιμο των αγγείων και άλλων πήλινων αντικειμένων.

Φαίνεται, πως παλιά ήταν μια σμίξη από τελετουργικές πράξεις ( ρίψης και σπάσιμο πήλινων και ρίψης σκουπιδιών) αμέσως με το σφάξιμο του πρώτου ζώου για να ετοιμάσουν το κρέας της εορτής της Ανάστασης. Σ’ αυτή τη σμίξη συνέβαλε η καθορισμένη ώρα που γίνονταν όλα αυτά, δηλαδή την ώρα που ο ιερέας έλεγε το Ανάστα θεός.

Τέλος όλο αυτό το παλιό σκηνικό και τελετουργικό της παραγωγής του θορύβου που διώχνει το κακό, πέρασε από τα τριζόνια και τι ροκάνες στις κροτίδες και στα βαρελότα και στα άλλαβεγγαλικά

 

Τα Πάθη ή «Το μοιρολόγι της Παναγιάς»

 

Πρόκειται για το τραγούδι της Μεγάλης Παρασκευής, που παρακολουθώντας τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων θρηνεί έμμεσα την ανθρώπινη τύχη του Χριστού από τη σύλληψή του έως το σταυρικό θάνατο, και του συμπαραστέκεται η τραγική Μητέρα του.

Είναι σε μορφή δεκαπεντασύλλαβου και είναι γνωστό σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο. Βέβαια από τόπο σε τόπο παρουσιάζει στιχουργικές παραλλαγές, και όπως διαπίστωσε ο Μπουβιέ  (φιλέλληνας, ερευνητής του νεοελληνικού πολιτισμού) το πρωτοβρίσκουμε σε χειρόγραφα από τον 14ο αιώνα και από τα μέσα του 19ου αιώνα το συναντάμε τυπωμένο σε συλλογές και φυλλάδες, τις λεγόμενες «στάμπες».Έχουν καταγραφεί περίπου 256 παραλλαγές που μιλούν όλες (για τον αγγελιαφόρο της κακής είδησης, τη λιποθυμία της Μάνας, την πορεία συμπαράστασης στο δικαστήριο, στο μαρτύριο, το δείπνο της παρηγοριάς…) ο Μπουβιέ πιστεύει πως είναι ελληνικό τραγούδι και στην πορεία του χρόνου από τους μετανάστες Έλληνες διαδόθηκε στους άλλους «βαλκανικούς λαούς», εννοεί στους Έλληνες που ζουν στα γύρω κράτη από την πατρίδα τους. Υπάρχει δε μεγάλη βιβλιογραφία για το άσμα αυτό, που το συναντάμε με διάφορες παραλλαγές από τόπο σε τόπο. 

Αξιόλογη παραλλαγή πάνω στο μοιρολόι της Παναγιάς είναι η αναφορά για το θρύλο της Αγίας Καλής, μιας ευφημιστικής κακής θεότητας στις Ελληνικές Θάλασσες, που συμβολίζει ή εκπροσωπεί τη δύστροπη κοινή γνώμη, μπροστά στις ανθρώπινες αδυναμίες. Κατηγορεί, λένε την Παναγιά, πως δέχτηκε να φάει κάτι, την πρώτη μπουκιά παρηγοριάς, ύστερα απ’ τον θάνατο του παιδιού της. Σε πολλά μέρη στο πρόσωπο της Αγίας Καλής, αυτής της ασυναξάριστης και αλειτούργητης αγίας παίρνει τη θέση της η Αγία Ελεούσα. Μια τέτοια παραλλαγή σώζεται και στην περιοχή της Παλικής, ιδιαίτερα στην Ανωγή.

 

«-Σύρε Μάνα, στο σπίτι μας και σύρε στο κελί μας,

και βάλε δάχτυλο κρασί κι αφράτο παξιμάδι,

για να έλθουν οι παρηγοριές, να παρηγοριώνται οι μάνες

να παρηγοριώνται οι αδελφές, κι οι μαύρες οι χηράδες.

-Αγία Λεούσα διάβηκε και την κατηγορούσε:

-Ποιος είδε γιο εις το Σταυρό, και μάνα στο τραπέζι;

Εσύ Εκκλησιά αλειτούργητη, ποτέ μη λειτουργιέσαι

και το νερό σου να βρομά και τους λεπρούς να πλένεις.

-Όποιος το ακούει σώζεται, όποιος το λέει αγιάζει

όποιος το καλακουρμαστεί, παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο».

 

Ο Μπουβιέ πιστεύει πως στο πρόσωπο της Αγίας Καλής ή Κυρά Καλή, επιβιώνει κάποια Αιγιακή θεότητα που ανάλογα τον τόπο και την εποχή παίρνει κι άλλο όνομα. Είναι φανερό πως η Παληκησιάνικη παραλλαγή ( η Κυρά Καλή έγινε Αγία Ελεούσα) εξυπηρετούσε το θαυμαστό και ιατρικό νερό της ιαματικής πηγής της Αγίας Ελεούσας κοντά στα Δελλαπορτάτα. Ό στίχος «Και το νερό σου να βρομά και τους λεπρούς να πλένει» χαρακτηρίζει ακριβώς το νερό της ομώνυμης πηγής της Παλικής.

 

 

ΤΑ ΠΑΘΗ

 

Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα

σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπόνται.

Σήμερον έβαλα βουλή οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρεις κατηραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό των Πάντων Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να κάμει δείπνο μυστικό για να τον λάβουν όλοι.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της

τας προσευχάς της έκανε για το Μονογενή της

φωνή εξήλθε εξ' ουρανού και απ' αρχαγγέλου στόμα.

Σώσων κυρά τας προσευχάς, σώσων και τας μετάνοιας

και τον υιό σου πιάσανε και σαν ληστή τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραννάνε.

Φτιάξε καρφιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία περόνια

κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάνει πέντε.

Συ Φαραέ που τα' φτιαξες εσύ να μας διδάξεις.

Τα δυό βάρτε στα πόδια του και τα' άλλα δυό στα χέρια

το πέμπτο το φαρμακερό, βάρτε το στην καρδιά του

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Η Παναγιά σαν τα' άκουσε έπεσε και λιγώθει

σταμνιά νερό της έριχναν τρία κανάτια μόσχο

και τρία νεροδόσταμνα για να της έρθει ο νους της.

Μα σαν της ήρθε ο λογισμός, μα σαν της ήρθε ο νους της

ζητά μαχαίρι να σφαεί, φωτιά να πάει να πέση,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το Μονογένη της.

Όσοι αγαπάτε το Χριστό κι όσοι τον προσκυνάτε.

Όλοι ακολουθήσετε να πάμε να τον βρούμε.

Δεν ακολούθησε κανείς μονάχα τρεις Παρθένες

η Μάρθα - η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα,

του Ιακώβου η αδερφή και οι τέσσερες αντάμα,

πήραν τη στράτα, το στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τσ' έβγαλε μες του Ληστή την πόρτα,

άνοιξε πόρτα του Ληστή και πόρτα του Πιλάτου

κι η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της.

Κοιτά δεξά, κοιτά ζερβά κανέναν δεν ηγλέπει.

Κοιτά και δεξιότερα βλέπει τον Αϊ Γιάννη.

Αφέντη μ' Αϊ Γιάννη μου και Βαπτιστή του γιου μου,

Μην είδες τον υγιόκα μου και σε διδάσκαλό σου.

Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω.

Δεν έχω χεροκάλαμο για να σου τον εδείξω.

Βλέπεις εκείνον το γυμνό τον παραπονεμένο

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο

όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι

εκείνος είναι ο γιόκας σου και με διδάσκαλός μου.

Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτούσε

δεν μου μιλάς παιδάκι μου δεν μου μιλάς παιδί μου

τι να σου πω μανούλα μου που διάφορο δεν έχεις

κοντά στο Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύκτι

που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά με τις χρυσές καμπάνες.

Όποιος το ακούει σώζεται και όποιος το λέει αγιάζει

και όποιος το καλοσκεφτεί Παράδεισο θα λάβει.

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο τάφο.

Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο

εκεί δεντρί δεν ήτανε δεντρί εφανερώθει

στην κορυφή ήταν ο Χριστός και στα κλαδιά οι Αγγέλοι

και μέσα στα χαμόκλαδα ήταν οι μάρτυρές του

που μαρτυρούσαν και έλεγαν για του Χριστού τα Πάθη

για του Χριστού τ' αφέντη μας Και του Μονογενή μας

που έχυσε το αίμα του για πινομή δική μας.



Πληροφορίες Γεράσιμος Σ. Γαλανός