Πέμπτη, 20 Ιούνιος 2019 18:52

Ο Παπα- Μπασιάς και η Αλεξάνδρα Σπετσιέρη

Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός

 



(Το κείμενο αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο από το βιβλίο του Γεράσιμου Σωτ. Γαλανού «Ο Άγιος Παναγής ο εκ Κεφαλληνίας, Παπα –Μπασιάς (1801-1888), Ληξούρι 2008. Οι πληροφορίες προέρχονται από τον καθηγητή μαθηματικών Γεράσιμου Ανδρογιάννη Λεγάτο).


Ο ιερεύς και μετέπειτα ανακηρυχθείς σε άγιο, Παναγή Μπασιάς, έχοντας την υπερφυσική όσο και απόλυτα βεβαιωμένη ιδιότητα να επικοινωνεί με τον ψυχικό κόσμο των άλλων ανθρώπων αλλά και προικισμένος με το θείο χάρισμα της διορατικότητας και της πρόρρησης, διέκρινε ότι ένα κορίτσι γνωστής σ’ αυτόν οικογένειας, που μόλις είχε γεννηθεί και για το οποίον η οικογένεια είχε ζητήσει την ευλογία του, ήταν αδελφή ψυχή, με τον ίδιο, όπως εκείνος, σπάνιο χάρισμα. Αν και υπέργηρος και με κλονισμένη την υγεία, εζήτησε να το βαπτίσει ο ίδιος, όπως έκανε για πολλά νεογέννητα ευσεβών και ενάρετων οικογενειών, χωρίς να έχουν αυτήν την ιδιότητα. Το κοριτσάκι εκείνο ήταν η πρώτη κόρη του διακεκριμένου τότε συμπολίτη μας Αθανασίου Σπετσιέρη, πού απόκτησε και άλλα παιδιά : τον Νικόλα, τον Σπύρο και την Ελπίδα, (μετέπειτα σύζ. Νικόλα Κομηνάτου, εμπόρου). Έγινε λοιπόν η βάπτιση της μικρής κι ο γέροντας ιερωμένος της έδωσε το όνομα Αλεξάνδρα.

Όμως, τόσο η έμφυτη ψυχοσύνθεση του κοριτσιού όσο και ο ίσκιος του νονού της, επέδρασαν καταλυτικά στη μοίρα και τη ζωή της Αλεξάνδρας. Σ’ όλη της τη ζωή έμεινε κλεισμένη στο πατρικό της σπίτι, απέναντι ακριβώς και προς τα δυτικά της τότε εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ληξούρι, αμέτοχη του κόσμου και αφοσιωμένη ολοκληρωτικά στα θεία και στη μνήμη του νονού της, σαν πραγματική και γνήσια μοναχή. (Ετυμολογικά, το όνομα που της έδωσε ο παπα-Μπασιάς ίσως γι’ αυτόν να μην ήταν άσχετο με τη διαίσθησή του ότι αυτή θα απαρνιόταν τον κόσμο και θα γινόταν νύμφη μόνο του Χριστού)!


Η Αλεξάνδρα Σπετσιέρη διατήρησε και αυτή, σε ένα βαθμό, το χάρισμα να διεισδύει στη σκέψη των ανθρώπων γύρω της, να διαισθάνεται κατά έναν τρόπο πολλά από τα γεγονότα, που είχαν σχέση με την οικογένεια και τους συγγενείς της και τα οποία έμελλε να συμβούν στο προσεχές ή το απώτερο αλλά ανύποπτο κάθε φορά μέλλον. Αυτό το φανέρωνε με απόλυτη διακριτικότητα και με ταπεινή, ήρεμη φωνή, χωρίς ποτέ να κάνει κατάχρηση ή φανερή χρήση αυτής της δύναμης και πάντοτε τα λόγια της τα συνέδεε με την επίκληση του Θείου. Τόσο η έγκλειστη αυτή γυναίκα, όσο και το χάρισμα της, σε λίγους ανθρώπους ήταν γνωστά και η οικογένεια με κανένα τρόπο δεν το κοινολογούσε. Σε ώρες , όμως, δύσκολες και μεγάλης αγωνίας,, όταν πιεζόταν, αυτή προαισθανόμενη βελτίωση, ή αντίθετα, κάποιον σοβαρότερο κίνδυνο για την οικογένεια, άφηνε υπονοούμενα, «μισόλογα» αλλά με τρόπο εντελώς διακριτικό, σαν να μονολογούσε. Άλλωστε, η πρόρρηση στα άτομα αυτά ποτέ δεν εκφράζεται με σαφή και καθαρό λόγο αλλά πάντοτε υπαινικτικά και με τρόπο αινιγματικό, χωρίς εξηγήσεις. Λες και οι άνθρωποι αυτοί είναι τα ασυναίσθητα φερέφωνα μιας εσωτερικής φωνής, που δεν την ορίζουν οι ίδιοι και δεν πηγάζει ούτε ελέγχεται από τη θέλησή τους.

Στο δωμάτιό της και πάνω από το παλιό «κομό» της οικογένειας Σπετσιέρη ήταν συγκεντρωμένα μερικά μικροαντικείμενα του παπα-Μπασιά και μερικές εικόνες, μία των οποίων έδειχνε τόν ίδιο. Μπροστά σε αυτές τις εικόνες η Αλεξάνδρα διαρκώς προσευχόταν αλλά με ιδιαίτερη στοργή και φροντίδα διατηρούσε και ποτέ δεν αποχωριζόταν την «κασσελέτα» του νονού της, που, με παρόμοιο κουτί, οι καλόγεροι συνήθιζαν να βγαίνουν σε πόλεις και χωριά για ελεημοσύνη των μοναστηριών τους. Μ’ αυτήν την κασσελέτα του παπα-Μπασιά, καλυμμένη διακριτικά με τη «σπαλέτα» της, υποδεχόταν κάθε πρόσωπο, γνωστό ή συγγενικό που την επισκεπτόταν και την επρότεινε σ’ αυτό να την ασπαστεί. Στα μικρά παιδιά ακουμπούσε την κασσελέτα στο κεφάλι τους, επικαλούμενη γι’ αυτά τη φώτιση του θανάτου όντος ιερέα νονού της. Όταν ο επισκέπτης αναχωρούσε, δύσκολα θα αντιλαμβανόταν ότι τον ακολουθούσε η Αλεξάνδρα ως την πόρτα, σταυρώνοντας την πλάτη του μ’ εκείνη την κασσελέτα.


Τι απέγινε το ιδιόμορφο εκείνο μικρό ξύλινο και αγιογραφημένο κουτί, το πολυκαιρισμένο, με το χερούλι στο πίσω μέρος, που ο παπα-Μπασιάς, όσο ζούσε, περιέφερε σε σπίτια και μαγαζιά του Ληξουρίου ζητώντας ελεημοσύνη για τους φτωχούς και ενδεείς του τόπου και πού, κοντά να κοιμηθεί τον αιώνιο ύπνο, εμπιστεύτηκε στην αναδεξιμιά του;

Σ’ αυτό το κουτί, που ήταν το πιο χαρακτηριστικό από τα ελάχιστα και φτωχικά πράγματα του παπα-Μπασιά και που το έκρυβε πάντα κάτω από το πολυφθαρμένο ράσο του, κανείς ποτέ δεν αρνήθηκε ν’ απλώσει το χέρι του και να ρίξει ακόμη κι από το υστέρημά του. Με το θάνατο της Αλεξάνδρας και τον μεγάλο σεισμό, η κασσελέτα του παπα-Μπασιά, πού ερχόταν «ως εκ θαύματος» αρωγός σε δύσκολες ώρες στην ανθρώπινη απόγνωση, χάθηκε κι αυτή για πάντα…