Κυριακή, 25 Αύγουστος 2019 14:03

Όταν ο χρόνος σταμάτησε. Ένα ποίημα για την καταστροφή της Κεφαλονιάς από τους σεισμούς του 1953

Κεφαλλονιά πατρίδα μου, αρχόντισσα κυρά μου, στολίδι του Ιόνιου βάλσαμο της καρδιάς μου.


Εσύ που είσαι ξακουστή σ’ όλη την οικουμένη, για τις πολλές τις ομορφιές που είσαι προικισμένη.
Τις καθαρές τις πόλεις σου, τα όμορφα χωριά σου, τα κρυσταλλένια σου νερά και τα ψηλά βουνά σου.
Με τα παλιά τ’ αρχοντικά με τίτλους,μεγαλεία εζούσες υπερήφανη ως το πενήντα τρία.
Αύγουστος μήνας ήτανε που τη χρονιά η τρομερή καταστροφή σου έφερε οδύνη.
Εννιά τ’ Αυγούστου ήτανε περίπου μεσημέρι, που ξύπνησ’ ο εγκέλαδος χαμπέρι να σου φέρει.
Πως ήταν ολοζώντανος και πλέον δεν κοιμάται κι από τα έγκατα της γης θ’ αρχίσει να βρυχάται.
Με μιάν απαίσια φωνή σου φώναξ’ από κάτω, να μην κοιμάσαι ήσυχη και πάλι θα ξανάρθω.
Την Τρίτη που ξημέρωνε προτού καλά φωτίσει, νάτος μπροστά σου φάνηκε τις σάρκες σου να σκίσει. 
Με μία λύσσα τρομερή το στόμα του ν’ αφρίζει, σε πιάνει,σε ταρακουνά σα δαίμονας μουγκρίζει.
Με τέτοιο ταρακούνημα τα γόνατα λυγίζουν, αναίσθητη σωριάζεσαι με μάτια που δακρύζουν.
Κι όταν ξανασηκώθηκες τρεκλίζοντας συνάμα, για τα παιδιά σου γνοιάστηκες δυστυχισμένη μάνα.
Ολόγυρα σου κοίταξες να δεις τι σου συμβαίνει κι αυτό όπου αντίκρισες και τους θεούς τρελαίνει.
Ότι με κόπο έκτιζες στο διάβα τόσων χρόνων, όλα στη γη σωριάστηκαν σε μία στιγμή και μόνον.
Πάει η Σάμη η θρυλική, η Σκάλα,τα Τζανάτα, ο Κατελειός,η Έρισσος, Πύλαρος και Χιονάτα. 
Η Λειβαθώς, η Παλλική καμάρι σου που ήταν τίποτε δεν απόμεινε όλα καταστραφήκαν.
Ο Αίνος ο περήφανος σε βλέπει και δακρύζει, απ’ τη μεγάλη συμφορά έχει κι αυτός ραγίσει.
Τα πουλιά του ουρανού πετούν αλαφιασμένα και τα σκυλιά τρελάθηκαν γαβγίζουν λυσσασμένα.
Με πληγωμένη την καρδιά κοιτάς για τα παιδιά σου, αλλά, αλίμονο σ’ εσέ μεγάλ` η συμφορά σου. 
Εκατοντάδες οι νεκροί, χιλιάδες πληγωμένοι, κάτω απ τα ερείπια που είναι πλακωμένοι.
Δεν πίστευες στα μάτια σου ούτε στα όνειρα σου, ο χάρος πως θα σου παίρνε τόσα πολλά παιδιά σου.
Κάτω απ’ τα ερείπια παιδιά σου πληγωμένα, φωνάζουν και παρακαλούν βοήθησε και μένα. 
Ω! μάνα μου Κεφαλλονιά,, νησί αγαπημένο, ήταν το πεπρωμένο σου σου ήτανε γραμμένο.
Από τον άγριο σεισμό πολλά κακά να πάθεις, να σβήσεις, να καταστραφείς πολλά παιδιά να χάσεις. 
Μα δε σε αποτέλειωσε της άβυσσου το τέρας και σου ‘πε την καταστροφή θα τήνε φέρει εις πέρας.
Τη δωδεκάτη του μηνός που ήτανε Τετάρτη, πάλι σε ξανακτύπησε στις έντεκα και κάτι. 
Ο χρόνος εσταμάτησε και τα πουλιά κρυφτήκαν, ο ουρανός σκοτείνιασε τα πάντα βουβαθήκαν.
Κι αρχίζεις να χοροπηδάς σαν φύλλο στον αέρα, εμπρός και πίσω και δεξιά κι ακόμη παραπέρα. 
Πόση ώρα κράτησε αυτό το πανηγύρι, κανένας δεν κατάλαβε μ’ αξέχαστο θα μείνει. 
Πάει και τ Αργοστόλι σου μαζί κι η γέφυρα του, με τις παλιές τις εκκλησιές και με τ’ αρχοντικά του. 
Το Ληξουρακι τ’ όμορφο με το παλιό Μαρκάτο, οι εκκλησιές,καμπαναριά ήρθαν τα πάνω-κάτω.
Τα δέντρα τα πανύψηλα που άντεχαν ακόμα, οι κορυφές τους λύγισαν και φίλησαν το χώμα.
Ακόμα κι η Κουνόπετρα, το θαύμα αυτό της φύσης κι εκείνη εσταμάτησε τις ρυθμικές κινήσεις.
Αίμα παντού και βογγητά πόνος, απελπισία, όλοι τα μάτια στρέφουνε ψηλά στην Παναγία.
Μα τι να κάνει και αυτή; ποιον να πρωτοκοιτάξει; απ’ την πολύ καταστροφή τα έχει μισοχάσει. 
Κι ο Άγιος τα σάστισε μέσα στη λάρνακα του, που πέσαν τα καντήλια του μαζί κι η εκκλησιά του.
Τέτοιο κακό, καταστροφή, τέτοια πανωλεθρία Κεφαλλονιά δεν γνώρισες ποτέ στην ιστορια.
Πενήντα χρόνια πέρασαν απ’ τη χρονιά εκείνη, μα στην καρδιά σου έμεινε παντοτινή οδύνη.
Μα κι αν εκαταστράφηκες Κεφαλλονιά μεγάλη εμείς σε ξανακάναμε αρχόντισσα και πάλι.

Αύγουστος 2003

Το ποίημα αυτό το έγραψα στην επέτειο των 50 χρόνων.

Γεράσιμος Κλωνής